Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Αν ενωθούν;

ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ...ΠΑΛΙΟΠΑΙΔΑ
Μέρος Α’

Βαθύ σκοτάδι είχε πέσει πάνω στην πόλη. Ο αέρας λυσσομανούσε, το κρύο ήταν τσουχτερό, κάνεις δεν φαινόταν στο δρόμο. Οι πιο πολλοί είχαν κλειστεί από νωρίς στα σπίτια τους κι είχαν κουρνιάσει γύρω απ το τζάκι τους. Κάποιοι λιγοστοί – σχεδόν πάντα οι ίδιοι – ήσαν όπως πάντα μαζεμένοι στο μικρό κρασοπουλειό, κι η κουβέντα έπαιρνε κι έδινε. Ενίοτε το 'ριχναν και στο τραγούδι.
Τούτη τη βραδιά όμως στη ταβέρνα είχε φανεί νέος θαμώνας. Ένας μικροκαμωμένος άντρας, σκούρος στο πρόσωπο, με κατσαρά μαλλιά και γένια, τα ‘πινε μόνος του σε μια γωνιά. Κανείς δεν ρώτησε γι' αυτόν αλλά οι ματιές που άλλαζαν μεταξύ τους ήταν όλο ερωτηματικά. Ο άγνωστος λες και το καταλάβαινε, χαμήλωνε ακόμα περισσότερο τα μάτια και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη κούπα που κρατούσε σφιχτά στα χέρια, Θαρρείς πως είχε βαλθεί να τη σπάσει.
Ο μόνος που ίσως κάτι να ήξερε ήταν ο κάπελας, αλλά ποιος τολμούσε να τον ρωτήσει. Ήταν λιγόλογος, αυστηρός, μα συνάμα σεβάσμιος και σοφός. Τα μάτια του είχαν δει πολλά, κι άλλα τόσα είχαν ακούσει τ' αυτιά του. Είχε χρόνια σ' αυτή τη δουλειά.
Η καμπάνα χτύπησε μεσάνυχτα. Το καπηλειό σιγά - σιγά άδειαζε. Πλήρωσαν όσοι είχαν, άλλοι άφησαν βερεσέ και με νεύματα καληνυχτούσαν τον κάπελα. Ο άγνωστος ούτε και τότε κουνήθηκε. Χτύπησε τη κανάτα στο τραπέζι ελαφρά, σήμα πως το κρασί τέλειωσε κι ηθελε κι άλλο.
Ο κάπελας μουρμούρισε κάτι στη γυναίκα του, και γέμισε τη κανάτα. Πήρε ένα ποτήρι και πήγε και κάθισε κοντά στον άγνωστο. Αφού γέμισε τα ποτήρια του ‘πε πως τούτο το τελευταίο το κερνάει το μαγαζί. Ο άγνωστος σήκωσε μ' απορία τα μάτια του και με μιας φάνηκε το πρόσωπο του.
Ο συνήθως ήρεμος ταβερνιάρης ταράχτηκε. Κάτι πήγε να πει αλλά η τσιριχτή φωνή της γυναίκας του διαπέρασε την αίθουσα. «Παναγιά μου, ο άρχοντας μας». Και με μιας πετάχτηκε κοντά του και τον περιεργαζόταν.
Ο ταβερνιάρης αφού συνήλθε από την αρχική του έκπληξη τον ρώτησε:
«Ποιος καλός άνεμος άρχοντα μου σε ξανάφερε στα μέρη μας; Τι σου συμβαίνει, μπας κι είσαι άρρωστος; Εσύ έχεις να ‘ρθεις εδώ, πολύ καιρό, τόσον πια, που δεν θυμάμαι».
Και συνέχισε:
«Δυστυχώς όμως, αυτά που θυμάμαι είναι τότες, που φόραγες τα φυσεκλίκια, και μας μιλούσες τόσο ωραία, μες τη καρδιά μου σε είχα. Τότες που σε πιστέψαμε και νομίσαμε ότι βρέθηκε ένα χρυσό παιδί, να νοιαστεί και για μας τους κακορίζικους. Πως θα ‘σουνα το πρωτοπαλίκαρο μας, και θ' αντιμετωπίζαμε ανθρώπινα τη φτώχεια μας και την κακομοιριά μας. Σε θυμάμαι τότες που ‘θελες να φτιάξεις ολάκερο το κόσμο, που τα λόγια σου ήταν κατακόκκινα από νόημα, ελπίδα, οργή. Τόσο όμορφα, σθεναρά και αγριωπά τα 'λεγες, που εμείς οι νοικοκυραίοι τρομάζαμε, και δεν μας έπαιρνε ύπνος όλη νύχτα, θες γιατί ελπίζαμε να 'ναι αλήθεια, θες γιατί μπορεί και να φοβόμαστε. Ώσπου μας έκανες και σε πιστέψαμε. Κι από τότε εχάθης, καπνός έγινες. Κι όταν σε αναζητήσαμε, πολλές φορές είναι αλήθεια, εσύ 'σουν χαμένος. Ταξίδευες μας λέγαν συνέχεια. Αλήθεια τι, σ' έφερε κοντά μας»;
Ο άρχοντας με φωνή τρεμουλιαστή αλλά απόμακρη τ' αποκρίθηκε: «Καλέ μου ταβερνιάρη, δεν είναι αλήθεια όλα τούτα, εγώ για το καλό σας νοιάζομαι τόσο καιρό, και για σας ταξιδεύω. Όλα κείνα που ακούτε και μαθαίνετε για τις άλλες πολιτείες θα γίνουν και δω, από μένα. Μια πολιτεία με μεγάλα και ψηλά κτίρια, φαρδιούς δρόμους, γιοφύρια, πολλές άμαξες, και άλλα πολλά. Μη τυχόν παρασύρθηκες και συ από κείνα τα παλιόπαιδα, που θένε το κακό σου και το κακό μου»;
«Άρχοντα μου», τ' απαντά ο ταβερνιάρης, μονομιάς και με κατακόκκινο το πρόσωπο απ την αγριάδα, «τα παλιόπαιδα φταίνε που σου πληρώνω τόσους φόρους για το καπηλειό, κι ας μη βγάζω ούτε τα φάρμακα της γριάς; ή φταίνε τα παλιόπαιδα, που το κάρο που μαζεύει τα σκουπίδια περνάει από δω, όποτε το θυμάται; ή φταίνε που οι άμαξες για το εμπορείο χάθηκαν κι αυτές, και δεν μπορούμε να κατέβουμε στη πόλη; Δεν ξέρω για σένα, κι αν θένε το κακό σου, αλλά ένα γνωρίζω: τούτα τα παλιόπαιδα αγωνίζονται για όλα αυτά που θέμε και τους λέμε εμείς. Γιατί είναι σπλάχνο απ τα σπλάχνα μας. Κι είναι όπως έλεγε κι ο ποιητής "ώριμα τέκνα της ανάγκης και της οργής", τέτοια παλιόπαιδα έχουμε ανάγκη, κι όχι παραμυθάδες».
Ο άρχοντας με κατεβασμένο το κεφάλι, σηκώθηκε, άφησε ένα χρυσό νόμισμα στο τραπέζι, και τους καληνύχτισε με φωνή, ίσα π' ακούσθηκε. Και καθώς απομακρυνόταν, κοιτούσε λοξά να δει την τύχη του νομίσματος. Ήταν βλέπεις πολλά λεφτά για λίγο κρασί.
Ο κάπελας θύμωσε με τις προθέσεις του άρχοντα μα συγκρατήθηκε. Με μια δρασκελιά τον πρόλαβε στη πόρτα, και με θαυμαστή ψυχραιμία του είπε:
«Κράτα τους παράδες σου, άρχοντα μου, είναι κερασμένα από μας. Και μιας κι έρχονται και δυσκολότερες μέρες, κι έχεις γίνεις τελευταίως πολυέξοδος, θα τα χρειαστείς. Παράδες δε θέλουμε, μακριά από μας θέμε να 'σαι».

Μέρος Β’



Ο άρχοντας φεύγοντας απ το καπηλειό, τράβηξε κατά το κονάκι του. Οι κουβέντες του κάπελα γυρνούσαν σαν σβούρα στο μυαλό του, μάτι δεν έκλεισε όλη νύχτα. Με το που άρχιζε να χαράζει πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι του, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του, φόρεσε κάτι βιαστικά και τράβηξε για το παλάτι. Χωρίς να καλημέρισα κανέναν, το συνήθιζε άλλωστε, άρχισε ν ανεβαίνει τα σκαλοπάτια λες και τον κυνηγούσαν. Οι λιγοστοί υπήκοοι που είχαν μαζευτεί για να του ζητήσουν καμιά χάρη κοιτούσαν σαν χαμένοι. Χωρίς να τους δώσει καμία σημασία, τους προσπέρασε, και θρονιάστηκε στον τριανταφυλλένιο θρόνο του. Με βροντερή φωνή κάλεσε τον γραμματικό του να συγκαλέσει αμέσως συμβούλιο.
Δεν πέρασε μια ώρα και όλοι ήταν εκεί. Παρατάχθηκαν ολόγυρα του, τρεμάμενοι και σκεφτικοί. Ο άρχοντας, που το μισοκακόμοιρο ύφος το είχε αφήσει στη ταβέρνα, με αυστηρό τόνο τους κατσάδιαζε για ότι του είχε συμβεί το χθεσινό βράδυ. Τους αποκαλούσε υπεύθυνους γιατί δεν μπόρεσαν αυτούς τους απλούς ανθρώπους, σαν τον κάπελα, να τους κάνουν να πιστέψουν στα παραμύθια τους. Κι άρχισε να τους δίνει οδηγίες, «θα φτιάξετε σχέδια για τη γειτονιά που είναι το κρασοπουλειό, θα φωνάξετε τους γειτόνους του, θα τους τα δείξετε, θα τους ζητήσουμε τη γνώμη τους. Και σε ότι μας ζητάνε θα λέμε ναι. Θα τους κάνουμε ότι μπορούμε αυτή τη στιγμή, και θα τους φτιάξουμε και τα σοκάκια. Θα τους υποσχεθούμε ότι θα τους γκρεμίσουμε τις παράγκες και στη θέση τους θα τους βάλουμε μικρά παλάτια. Θα τους γεμίσουμε με λουλούδια τα παρτέρια και το κάρο για τα σκουπίδια θα περνάει κάθε μέρα. Κι εσείς θα βάλετε τους δικούς σας να βγαίνουν πρωί και βράδυ και να λένε τι καλός που είμαι. Κι αν δεν με βλέπουν να τους λέτε ότι ταξιδεύω για το καλό τους. Άλλωστε σε λίγο θα βγω να τους συναντήσω, μιας και είμαι αναγκασμένος να ζητάω την έγκριση και τη δική τους για να κυβερνώ. Βλέπεις ο Μέγας Κυβερνήτης δεν προέβλεψε να διοριζόμαστε άρχοντες της πολιτείας για να μην τους έχουμε ανάγκη. Μόνο δικούς του αντιπρόσωπους διορίζει. Και πρέπει να μπούμε και σ’ αυτή τη δοκιμασία. Κι όσο θυμάμαι τι έγινε λίγα χρόνια πριν, μου 'ρχεται να λιποθυμήσω απ το κακό μου. Κι εσείς έχετε χρέος να με προστατέψετε, γιατί εάν δεν ήμουν εγώ δεν θα βλέπατε τόσα οφίκια και όβολα».
«Άρχοντα μου», λέει ο πρώτος ακόλουθος του, «τώρα είμαστε μαζί σου, δεν νομίζω ότι υπάρχει και μεγάλος φόβος. Αυτοί που δεν σε υπακούν είναι κάτι παλιόπαιδα που δεν μας ακολούθησαν, αλλά και αυτούς προσπαθούμε να μην ενωθούν, ούτως ώστε να επαληθευτεί αυτό που λέγανε παλαιά οι βασιλιάδες: Διαίρει και Βασίλευε. Και το ξέρεις ότι εμείς πρωτοστατούμε σ' αυτό».
Κι ο άρχοντας με τρεμάμενη φωνή συλλογίστηκε. «Τα ξέρω όλα παλικάρι μου, αλλά ένα με τρώει και δεν μπορώ να ησυχάσω: Αν ενωθούν; Και ζω συνεχώς μ' αυτή την αγωνία: ΑΝ ΕΝΩΘΟΥΝ»;



Αναδημοσίευση από τα φύλλα Νο 11 (α’ μέρος) και Νο 12 (β’ μέρος) της εφημερίδας των Αγίων Αναργύρων «Παρατηρητής» που κυκλοφόρησε στα μέσα του έτους 1997 (Ιούνιος και Οκτώβριος αντίστοιχα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου