Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ο Καλός, ο Καλός και ο Καλός

(που «έφυγε» 2 Μάη του 2015)
Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
«Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια
πέντε η ώρα που βραδιάζει»

(Φεντ. Γκ. Λόρκα – «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας)
Όσοι τον γνώριζαν κι έμαθαν το μαντάτο… δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Πριν καν ρωτήσεις, μάθαινες για το πόσο και τι καλός άνθρωπος ήταν ο παντοτινός έφηβος των Αγίων. Διαμάντι και λίγο …σούλεγαν. Κι αυτά, όχι μόνο από σεβασμό και ευγένεια, όπως συνηθίζεται, στο ξόδι καθενός.
Παιδί βέρο αγιαναργυριώτικο. Στερνοπούλι - ρηγόπουλο λαϊκής φαμίλιας Με τρεις μπροστά του αδερφές, από χρόνια δύο... πολύ πικρό το ποτήρι... Της Ειρήνης Μπαϊρακτάρη (Νάξος από δω) και του πιο συμπαθούς (για όλους τους παλιούς Αγιαναργυριώτες) Αγιαναργυριώτη, μικρασιάτη, πρόσφυγα (με πρώτη εγκατάσταση την Έδεσσα) Λάζαρου Μακρόγλου. Του Λάζαρου, με τ’ όνομα. Γιατί ένας ήτανε ο Λάζαρος. Ο περιπτεράς (διπλωμένη τότε… η εφημερίς και να «λείπει» απ’ το δεξί του χέρι η παλάμη). Ο φανατικός Ενωσίτης (αυτός «ευθύνεται» για το πάλαι ποτέ, κιτρινόμαυρο της Ένωσης. Ένεκα… η ΑΕΚ, βλέπετε). Ο υπεύθυνος (προ… άλλων…) για τα μπάνια του λαού των Αγίων Αναργύρων. Δεκαετία του ’50, δεκαετία του ’60. Με το πούλμαν του Καστάνη, απ’ τα Μέγαρα. Σε Λούτσα, σε Ραφήνα… Τις δύσκολες, τότε, εποχές. Του ποδαρόδρομου, του λεωφορείου, της λάσπης. Της πηχτής σκόνης και της «ΟΥΛΕΝ» στη γωνία. Και του μισού μεροκάματου. Κι όποιος δεν είχε το δίφραγκο για το εισιτήριο του παιδιού, «Άστο, …από μένα. Βάλτο, όμως, στα πόδια σου» να λέει ο Λάζαρος.

Γιος, λοιπόν, «αυτού» του Λάζαρου ήταν «καταδικασμένος» να γίνει κι αυτός καλός σαν τον πατέρα του. Αυτή ήτανε η μοίρα του. Τόσο, που όταν χρειάστηκε, ο Λάζαρος, να βάλει λίγο …χαλινάρι στον μακρυμάλλη, τότε, διάδοχο δεν δίστασε να καλέσει …τους χωροφυλάκους. Παιχταράς (γνωστός με το προσωνύμιο «Λάζαρος») και «παράγοντας» αργότερα στην Ενωσάρα (για τους παλιούς Αγιαναργυριώτες θα είναι πάντα η Ενωσάρα) τίμησε όσο λίγοι τον τόπο του με την ευγενική του παρουσία. Και τα γαλάζα μάτια του... «πέλαγο ξέσκεπο». Μια ζωή χωρίς «γωνίες» η ζωή του. Μήλο, πορτοκάλι, κεράσι.
Παντρεμένος με την Άννα του έφιαξε, όπως του ‘πρεπε, μια πολύ αγαπημένη οικογένεια. Με τα τρία τους παιδιά και τα εγγόνια τους. Και είναι δύσκολο πολύ, το νοιώθετε κι εσείς, να γράψεις λόγια πολλά, καλά, για κάποιον καλό που «έφυγε». Όταν στην καθημερινότητά του είχε το λιγότερο αβανταδόρικο …αβαντάζ. Την καλοσύνη. Τι να γράψεις, λοιπόν,. Συνήθως οι καλοί «φεύγουν» ασχολίαστοι. Απλά σωπαίνεις μπροστά στην αψεγάδιαστη καλοσύνη του ανδρός που «τώρα για πάντα πια κοιμάται. Πέντε η ώρα που βραδιάζει». Κι είναι, φοβάμαι, η πρώτη απ’ ό,τι φαίνεται φορά που αυτή του η καλοσύνη θα δημιουργήσει, τώρα, κάπου αναστάτωση. Γιατί, θέλει δεν θέλει, θα ανατρέψει τη σειρά στην ιεραρχία της καλοσύνης. Στο libro d’ oro του Παράδεισου. Γιατί κατά ‘κει θα πορευτεί… ο γιος του Λάζαρου. «Μέρα Μαγιού που μίσεψε(ς)…»
Θα τον θυμούνται πάντα με σεβασμό και εκτίμηση, όλοι όσοι τυχεροί τον γνώρισαν. Οι φίλοι του… στο στέκι – τώρα πια θα λείπει απ'το ρεφενέ – στην Ανάκασα. Και τις Κυριακές από το γήπεδο. Πάντα με το μηχανάκι. Κι όσοι, ακόμα, ρωτήσουν και μάθουν για τον Κώστα τον Μακρόγλου. Τον Κωτσαρέλο, τον γιο του Λάζαρου. Που «έφυγε» στις 2 του Μάη. Κι ήτανε δύο ακριβώς τα μεσάνυχτα. Δύο του Μάη «πούφυγε» ο Κωτσαρέλος.
Γιατί αυτός είναι ο Καλός, ο Καλός και ο Καλός του τίτλου.
Κώστα,
«Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει».
Καλό σου ταξίδι.
Και που ‘σαι. Αν συναντήσεις τ’ ανίψι μου, τον Βαγγέλη Φ. πες του πως τον θυμόμαστε. Πολύ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου