Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Τα Studios των Αγίων, το Οινομαγειρείον «Βορονώφ» και ο Τσαγιάς

Μικρές ιστορίες, για τον τόπο μας, με αφορμή μια μικρή γιορτή
Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Σκίτσο Ανδρέα Μηλιώνη
Το τσίμπημα της μέλισσας. Η αφορμή
Αρχές του Ιούνη και μέρα Παρασκευή απόγεμα, παραβρέθηκα, όπως κι άλλοι Καππαδόκες (παππούδες και γονείς) στη γιορτή λήξης της σχολικής χρονιάς, στο Νηπιαγωγείο Κοκκινόπουλου. Για να παρακολουθήσω – ποιον άλλον… – τον εγγονό …Δημήτρη Φεργάδη στο ρόλο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Να τραγουδάει με νταλκά για τα μάτια μιας …μικρής. Εννοείται πριγκηπέσας. Θέμα της γιορτής, ο παλιός Ελληνικός Κινηματογράφος. Πολύ καλή και συμπαθής η προσπάθεια, όμως…
Κόκκινη κλωστή δεμένη… μέρος 1ο. Τα παλιά Studios
Όμως παρά τα πολλά και ενδιαφέροντα που ειπώθηκαν στην αρχή της γιορτής, δυστυχώς, ουδεμία (ποιος να ξέρει…) αναφορά έγινε στην τόσο σχετική με το θέμα ιστορία της περιοχής. Και τις μέρες δόξας που έζησε ο τόπος αυτός και τα πέριξ, από τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα. Όταν το κέντρο της «βιομηχανίας» του Ελληνικού …Σινεμά, η Ελληνική Τσινετσιτά, τα περίφημα, δηλαδή, Studios της Finos Film, «εγκαταστάθηκαν» σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. (Δείτε βιβλίο Ανδρέα Μηλιώνη, «Η Πόλη των Αγίων», σελ. 213-214).
Και ποιος δεν πέρασε από το σταυροδρόμι αυτό του μετεμφυλιακού κατασκευαστηρίου… δραμάτων και κλαυσίγελων. (Αναγκαιότητα για την εποχή και την …ατμόσφαιρα). Πρωταγωνιστές… πλήθος αμέτρητο. Σε ένα αρχαϊκό «θέατρο σκιών». Όμως, Ευγένιε εσύ «κοιμού εν ειρήνη». Όσο… κι ο Πειναλέων… κι ο κυρ Καραγκιόζης σου.
Φωτόπουλος, Σταυρίδης, Ηλιόπουλος, Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ, Καρέζη, Καλογήρου, Κούρκουλος, Λάσκαρη, Βέγγος, Φούντας και τόσοι άλλοι. Ακριβοθώρητοι πολλοί. Μα και ταπεινοί μεροκαματιάρηδες… άλλοι τόσοι.

Πρώτα εδώ, λοιπόν, στους χωματόδρομους του Κοκκινόπουλου. Στις γραμμές και την καπνιά των τραίνων, στη λάσπη και στα πλατώ των Studios, η δοκιμασία. Κι ύστερα… Τα στρας της Κυριακής, ο κότσος και τα φουρό (ποιος πιάνει ποιον πια) στις αίθουσες με την γκαζόζα και το σάμαλι, το χαλίκι και το γιασεμί στους τοίχους. Της «Ντάλιας», του «Roxy», της «Ιφιγένειας», του «Ίλιον»… Κι ο ξέσκεπος ουρανός… χαμόγελο παιδιού.
Κόκκινη κλωστή δεμένη… μέρος 2ο. Οινομαγειρείον ο Βορονώφ
Κι επειδή νηστικό αρκούδι (όπως κι ο ηθοποιός κι ο τεχνικός, όσο κι αν σημαίνει φως) δεν χορεύει ούτε και …παίζει, στο κάδρο μπαίνει (τι σου είναι η μνήμη με τις περίεργες διαδρομές της) δυναμικά ο «Βορονώφ». Όχι, βέβαια, ο διάσημος, τότε, Ρώσος γιατρός – χειρούργος και ερευνητής υγιεινολόγος (Σέργιος Βορονώφ 1866-1951. Εποχή… προ Ασλάν). Αλλά, ένα …ταπεινό οινομαγειρείο – οινοεστιατόριο με την βαρύγδουπη ονομασία… «Βορονώφ». Γιατί έτσι ήθελε και βάφτισε (περιέργως, βέβαια, αλλά… περί ορέξεως… Βορονώφ ) το μαγερειό του (γίδα βραστή, κοντοσούβλι – τα σαββατοκύριακα, πατσάς ψιλοκομμένος – καθ’ εκάστην, «μεμέτια» τηγανητά – η σπεσιαλιτέ του) ο ρέκτης Ρουμελιώτης, νέος βιοπαλαιστής τη δεκαετία του σαράντα, Θεμιστοκλής Βάρσος (πατέρας του συμμαθητή μου, μακαρίτη τώρα, Παντελή).
Στην αρχή, στις αρχές Λιοσίων, κοντά στην πλατεία Βάθης, δίπλα από την Πυροσβεστική. Γωνία Ακομινάτου… ή αλλιώς πως Αμαρτίας και Αρετής γωνία. Και από νωρίς του πενήντα, σε ιδιόκτητο χώρο, στα Μυκονιάτικα (Λεωφόρος Δημοκρατίας και Μ. Μαυρογένους γωνία. Στην πλευρά «Είδη ψαρικής» SOTTO, τώρα). Απέναντι, σχεδόν, (δυο σειρές γραμμών τραίνων ενδιάμεσα, Πελοποννήσου / Θεσσαλονίκης), από τα νεόφερτα, πολύβουα, πολυάνθρωπα Studios της Finos.
Με μεγάλη αυλή. Στρωμένο δάπεδο με καθαρό χαλίκι, ασβεστωμένους γκαζοτενεκέδες με πολύχρωμα γεράνια και βασιλικούς. Και κληματαριά… όπου… «στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει», κατά πως λέει κι ο Νίκος Γκάτσος στην Αμοργό του… Τέτοια αυλή… Και μυρωδιές. Από γιουβετσάκι, γίγαντες πλακί, γαύρο μαρινάτο, λαδερά, τηγανητό μπακαλιάρο και ρετσίνα βαρελίσια. Από «καπαρωμένα» αμπέλια στο Μαρκόπουλο. Ένα φιλόξενο, καινούργιο, ζεστό στέκι σε μια φρέσκια γειτονιά με μπαξέδες και λασπόδρομους γίνεται σύντομα ο πιο συμπαθής πόλος έλξης της περιοχής. Για τις οικογένειες τα Σάββατα. Και καθημερινή διέξοδος για τους εργένηδες, τους μεροκαματιάρηδες, τους ξενομερίτες. Και τους περατάρηδες Χασιώτες και Μενιδιάτες... Στον δρόμο για την αγορά. Γιατί ο Βορονώφ δεν ήτανε κουτούκι. Ούτε και ταβέρνα… ούτε και εστιατόριο. Ήτανε απλά ο Βορονώφ.
Και αυτός ο Βορονώφ, με καπετάνιο τον Τσαγιά, να γίνεται σύντομα «ο αποκλειστικός προμηθευτής» σίτισης και πόσης… ηθοποιών και τεχνικών. Άλλοτε στα Studios κι άλλοτε στην αυλή του οινομαγειρείου. Και το πολύφυλλο τεφτέρι να λειώνει μολύβια…
Μέρες αλλιώτικες, τότε. Με φόβους… και φοβίες. Με «βράχους» κομμάτια. Με «γιοφύρια» γκρεμισμένα. Αλλά και ελπίδα και αξιοπρέπεια. Αυτός, όμως, ήτανε ο τόπος μας τότε. Ξεχασμένος στην χωμάτινη σκόνη, το ξύδι και τον λιπόσαρκο ιδρώτα του μεροκάματου. Όμως, αφόρητα συμπαθής και ξεχωριστά αγαπημένος. Με «λίγο σιτάρι (πάντα) για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη»… (Αμοργός –Ν. Γκάτσος).
Κόκκινη κλωστή δεμένη… μέρος 3ο. Ο Τσαγιάς
Ο Τσαγιάς [1]. Κανείς δεν ήξερε πολλά για τον Τσαγιά. Ο Βορονώφ από πάντα του, τον είχε σαν …ψυχοπαίδι αν και σχεδόν συνομήλικοι και συνοδοιπόροι, από νωρίς, στον αγώνα της ζωής. Χαμηλός και λιγνός, σε αντίθεση με τον ευτραφή Βορονώφ (ένεκα ο …πατσάς) αεικίνητος, ακούραστος με την άσπρη ποδιά, το ντρίλινο παντελόνι και το γιατάκι του (στέρεη στέγη) στο υπόγειο. Περίεργος… και κλειστός, τόσο… όσο… Με τις ξεχωριστές («γράφανε» πάντα) ελληνικούρες του και τις θεωρίες του περί «υγιεινής μάσησης» (36 φορές την μπουκιά) και «ευφραντικής πόσης του οίνου». Η οποία πόσης γενότανε από νωρίς κάθε ημέρα… Και για την αποφυγή σχολίων, φρόντιζε πάντα ο οίνος να ρέει μέσα από το φλυτζάνι του …τσαγιού. Εξ ου και… Τσαγιάς [2].
Τσαγιά, λοιπόν, τον ξέρανε οι πάντες. Και ουδείς θυμότανε ή ήξερε το πραγματικό του όνομα. Και είχε συμπάθειες (οικογένεια κανείς… δεν φαίνεται να ήξερε πως είχε) για όλους εμάς. Τους νέους, τους άφραγκους (φοιτητές οι περισσότεροι) που μαζευόμαστε τα βράδια για κανέναν οικονομικό (περισσευάμενο) μεζέ, λίγο κρασί και πολύ «ανήσυχη κουβέντα». Κασταλία Λέσχη πίσω μας γαρ και «πέτρινα τα χρόνια» ακόμα. Κι ο Σπύρος ο Αποστόλου (αείμνηστος, Δήμαρχος Αγίων αργότερα) από τις αδυναμίες του Τσαγιά, όρθιος συχνά στην καρέκλα… την ψάθινη…. Και το πέντε νούμερο Παπαστράτος (χύμα –από κούτα) να κάνει γύρα και να καίει τα δάχτυλα. Η γόπα…
Κόκκινη κλωστή δεμένη… μέρος 4ο και έσχατο. Τα μεγάλα αυτιά
Κι όταν έκανε την (σταθερή) εμφάνισή του (για τους γνωστούς «υπηρεσιακούς» λόγους) ο συνήθης άνθρωπος με τα μεγάλα αυτιά (πάντα υπήρχε τότε στα στέκια ένας άνθρωπος με μεγάλα αυτιά… έτσι που όταν …έλειπε ανησυχούσαμε) ο Τσαγιάς να φροντίζει με μαλαγανιά (καθόλου ρουμελιώτικη) να του προσφέρει… αφειδώς μισόκιλα… με το κιλό (κερασμένα πάντα). Έτσι, μέχρι που να καταλάβει ο άνθρωπος με τα μεγάλα αυτιά, τι ακριβώς γινότανε, η παρέα είχε καθαρίσει τα επαναστατικά δικά της. Και ο δικός μας αναχωρούσε με οχτάρια και τα εθνικοπατριωτικά του άσματα στη διαπασών. Ειρήνη πάλι σήμερα…
Αυτός ήτανε, αυτός είναι ο τόπος μας. Και οι αδύνατες, σκόρπιες μνήμες. Που χάνονται… Και που δεν φτάνει κάποιοι να τις θυμίζουνε κουραστικά και με οδύνη.
«Σαν παλιό σινεμά (λοιπόν) και σαν τη Χαλιμά, που μιλάει με τα παιδιά»…
Και η γιορτή να φτάνει στο τέλος της… Και να σουρουπώνει… Κι ο Δημήτρης στην παραλία. Κι η Αλίκη στη βάρκα. Κι η Τζένη… η Τζένη να λάμπει. Μέσα στο πράσινο, τη στάχτη και τη θλίψη. Των ματιών. Και των νεκρών κυμάτων τις νεροσυρμιές. Στην Ατσίτσα της Σκύρος. Και τ’ όνειρο να χάνεται… αχνά στο σούρουπο… και στην ομίχλη στο δρόμο προς τον Σείριο…
Η Ελένη, η Νεβίνα, η Λεϊλά. Η Αμέρσα, το Λενιώ, η Ντορίσα, η Αϊσέ. Η Ταμάρα, η Αποστολία, η Στυλιανή, η Ντούνια, η Κατερίνα, η Μαρία… Οι μικρομάνες της γιορτής… οι μικρομάνες στη γιορτή.
Η υδροφόρα της κοινότητας αποχωρεί... Το γήπεδο καταβρέχτηκε… Αρχίζει το ματς… Και ο σινεμάς… Το χθες, νάτο, χαϊδεύει το σήμερα… Το πλήθος χειροκροτεί…
Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη
δώστου κλώτσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινίσει…
Αρχές του Ιούνη, λοιπόν, και μέρα Παρασκευή απόγεμα…
Ο Κοκκινόπουλος, οι γραμμές, τα Μυκονιάτικα, το γήπεδο του «Σπύρου Λούη», το 301, ο «φόρος»… όλα φωταγωγημένα με ένα γαλακτερό «ΝΕΟΝ» πλέον.
Υ. Γ. Μια άλλη, ακόμα, μικρή ιστορία. Μέσα στις τόσες του τόπου μας. Μου την θύμισε ο καλός φίλος Τάκης Μανίκας.
Ο Τσαγιάς, ο Κώτσος κι ο «Ψαρής»
Μια στο… τόσο ο Τσαγιάς έπαιρνε άδεια από τον εαυτό του. Και τον …Βορονώφ. Και πήγαινε «αλλού γι’ αλλού»… Σε τόπους του μυαλού… ονειρικούς. Στα παλιά του λημέρια, λέγανε αυτοί που ξέρανε. Για να ξεσκάσει. Καλή του παρέα ο Κώτσος από το Μενίδι. Ο «Πατατόνε», στης «σούρας» την παρέα. Ο μπεσαλής Αρβανίτης. Ο μανάβης με τη σούστα. Τη σούστα του ξεβαμμένου κόκκινου με τους πράσινους ρόδακες. Και το κίτρινο στο κέντρο. Σαν ηλιοτρόπιο… Και τον «έφηβο Ψαρή» να οδηγεί γρήγορα και με ακρίβεια τη σούστα, γωνία «οδός Ακομινάτου». Και Λιοσίων. Στα «κόκκινα – τότε, πάντοτε – φανάρια». Γνώριμοι παλιοί τόποι του Τσαγιά. Αγαπητικής επισκεψιμότητας. Με πλήθος από «καρδιακές»… με πεθαμένα όμως τα όνειρα τους τώρα… Και μετά… κατά «Λαύριο» μεριά και πάνω… Στην Ομόνοια του «Έλατου» και των κλαρίνων. Και του ζεϊμπέκικου. Και πριν το ξημέρωμα… τύφλα Τσαγιάς και Κώτσος (ο Πατατόνε), στη σούστα πάλι πάνω, για την επιστροφή. Κι ο Ψαρής, βήμα το αλογίσιο βήμα (λίγες φορές στα τέσσερα – νύχτα) να παίρνει τον δρόμο της επιστροφής. Χωρίς πολλά, πολλά. Κι εκεί… μετά τις «Γέφυρες», κοντά «Σταυρό» μεριά, λίγο πριν του Βορονώφ, ν’ αρχίζει το χλιμίντρισμα και τα τσαλίμια. Ο Ψαρής. Και να σταματάει. Ακριβώς μπροστά στην πόρτα της αυλής του Βορονώφ… Κι ο Τσαγιάς, «άντε γεια» στον Κώτσο, να προχωράει, σκυφτός και με οχτάρια, στο γιατάκι του. Νέα μέρα. Δουλειά και πάλι σήμερα. Κι ο Κώτσος, «άντε γεια», φουλ για το Μενίδι. Για το φόρτωμα των ζαρζαβατικών της μέρας. Νέα μέρα. Δουλειά και πάλι σήμερα. Ο Τσαγιάς… κι ο Κώτσος, ο Πατατόνε. Με τη μάλλινη τραγιάσκα. Κι ο Ψαρής, το φιλαράκι τους…
«Άντε γεια»… Κι ο Τσαγιάς να ζει γι’ αυτό το (όποτε) «άρρητο» αλλού γι’ αλλού. «Στου μυαλού τα ροκανίδια». Κι εμείς… χαμπάρι. Γρι, που λένε. Όνειρα, λέγαμε, κάνουν μόνο οι νέοι. Κι οι ωραίοι… 
«Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός / που ζούσε στην αυλή / μ’ ένα κανάτι κι ένα κρεββάτι / και με κρασί πολύ» (Στίχοι -Μουσική, Μ. Χταζιδάκι).
«Άντε γεια», λοιπόν, Αγιανάργυροι του ’50, Αγιανάργυροι του ’60.
«Άντε γεια», λοιπόν, Τσαγιά και Κώτσο… ή όπως αλλιώς σας λέγανε. Παύλο, Γκίκα, Νικολό, Πολυξένη, Μαριάνθη και Παναγιά των Πατησίων.
Σημείωση:
[1].«Έρχεται ο Τσαγιάς», λέγεται πως λέγανε οι Πυροσβέστες (στην αρχή… αρχή Λιοσίων – και «Ακομινάτου»… και «Ακομινάτου»). Όταν βλέπανε τον …Τσαγιά να τους πηγαίνει τη ρετσίνα που παραγγείλανε σε φλυτζάνια του τσαγιού. Η άλλη εκδοχή του …Τσαγιά
[2]. Βορονώφ, Τσαγιάς. Βαριά ονόματα και παρωνύμια… με περιεχόμενο… για την ιστορία… του τόπου, για την μυρωδιά του «σέλινου», για το χρώμα της ροδιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου