Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Άσπρο – μαύρο

Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Εκλογές; Ε και; Τι τρέχει δηλαδή; «Έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος»; (Το περιβόλι του τρελού –Διον. Σαββόπουλος).
Για ποια διλήμματα ο λόγος. Αφού τα πράγματα είναι απλά. Τόσο απλά, που πιο απλά… δεν γίνεται. Μακριά μόνο από τα περί διαγραμμάτου παιχνίδια των πονηρών… των σωτήρων… και των ισοδυνάμων. Τι δεν καταλαβαίνεις, ακόμα, αγαπητέ και αγαπητή; Άσπρο – Μαύρο η επιλογή κι η ψήφος. Το διακύβευμα –φευ – η ζωή. Καιρός είναι. Αποφασίζομεν… Ντρέτα. Κι άσε τις διαβαθμίσεις… του γκρι… Σε βάζουν στο τρυπάκι… Ξέρε το. Και δεν σου πρέπει. Είπαμε… Απλά τα πράγματα… και για όλους μας γνωστά. Άσπρο – Μαύρο, η επιλογή… Ντρέτα.
Όπου, φως – φανάρι… άσπρο είναι η άσπρη μέρα, είναι το φως, είναι τα Επιφάνεια… Είναι ο, κατά Θεόφιλον, Μέγας Ήρως του Εθνικοαπελευθερωτικού μας Αγώνα του ‘21 Οδυσσεύς Ανδρούτσος και το πρωτοπαλίκαρο του ο εντιμότατος πρίγκηψ Κεμάλ. Με το κόκκινο φαρί και τ’ άδειο το κεμέρι.

Είναι το ζεστό ψωμί που λείπει απ’ το τραπέζι. Ένα ποτήρι κρύο νερό… το σπίτι με το κεραμίδι… Που δεν φοβάσαι «να στο φάει ο φόρος…». Κι ο γαλατάς… που είναι γαλατάς.
Είναι ο καφές στον καφενέ της γειτονιάς… Ένα ποτό στο μπαρ το βράδυ… που θέλεις και δεν μπορείς. Είναι το γαμώτο του μεροκάματου που δεν έχεις…
Άσπρο είναι ο ίσκιος της ελιάς, το κύμα το γαλάζο, το αμπέλι και το μουστοκούλουρο. Το πανηγύρι στο χωριό. Άσπρο είναι η πέτρα η ξέξασπρη, ο δυόσμος, η λουΐζα κι ο βασιλικός. Το φως του Αιγαίου και το εκκλησάκι της Αγίας Πακούς στο Γαλισά της Σύρας. Κι ο Αϊ Γιώργης ο Σκυριανός.
Άσπρο είναι η ηρεμία, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός, η ζέστη του παππούλη τον χειμώνα, τα καλά γεράματα. Η σύνταξη. Ο θυμός για τον κλεμμένο ιδρώτα και την εκμετάλλευση.
Άσπρο, φως και σμύρνα είναι το άσπρο γάλα της μάνας. Το μέλι και το χαμόγελο του μικρού παιδιού – Χριστός Εσταυρωμένος – καθώς κοιμάται. Άσπρο είναι ο Μιαούλης στα Φάρσαλα και η σουλτανίνα Κορινθίας στην Αυλή του Λουδοβίκου ΙΣΤ’… του καρατομηθέντος. Εν έτει, μεστώ γεγονότων, 1793 μετά ΙησούνΧριστόν…
Άσπρο, φως και ασήμι είναι η γάζα του νοσοκομείου, το βιβλίο του παιδιού… Το δεκατιανό του ντόπιου και του ξενίτη. Είναι η μεγάλη αγκαλιά στις μνήμες και στα μαύρα κύματα των πεθαμένων θαλασσών και των προσφύγων. Είναι το αθώο, μικρό άψυχο κορμάκι του Αϊλάν απ’ το Κομπάνι στα χέρια του… πτωματοσυλλέκτη. Είναι ο στίχος του Κώστα Βάρναλη «Που να σε κρύψω γιόκα μου, να μην σε φτάνουν οι κακοί».
Άσπρο είναι το γιασεμί, είναι το χιόνι, είναι το άρωμα της μέντας… τα κρινάκια του καλοκαιριού. Είναι το κουμπί που λείπει απ’ το παλτό σου τον χειμώνα.
Άσπρο είναι «η κροκάτη γάζα» της αυγής που φέρνει τη νέα μέρα. Άσπρο κι ελπίδα είσ’ εσύ με το γαμώτο στα δόντια… και το σπασμένο ρόδι…
Άσπρο – τι δεν καταλαβαίνεις, τώρα, πια; – είναι το κόκκινο. «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους…» που βλέπεις, είναι η μόνη σου αληθινή αλήθεια, ελπίδα και διέξοδος. «Δεν έχει (άλλο) πλοίο για σε δεν έχει οδό…».
Το νοιώνεις, γιε μου, έλεγε η μάνα μου. Το νοιώνεις… Δεν μπορώ αλλιώς να στο πω, γιε μου. Το νοιώνεις, όμως…
Όλα αυτά κι άλλα τόσα και περισσότερο ηχηρά και παρόμοια είναι αυτά που μπορώ να σου πω και που μπορείς να πάρεις στο δισάκι σου – αμβροσία σκέψης – στον δρόμο για τον… Όλυμπο. Αν σε κόφτει… μετά «την κατολίσθηση και την πτώση των βράχων».
Τα μαύρα… πέτα τα στον Άδη.
Καιρός είναι… Όλα, πια, τα γνώρισες… Όλα πια τα δοκίμασες…
Καιρός,
«Να βρεις μιαν άλλη θάλασσα
μιαν άλλη απλοσύνη
Να πιάσεις απ’ τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου»
(Αμοργός – Ν. Γκάτσος)
Παθός… Μαθός, που λένε. Παθός… Μαθός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου