Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Από φόβο…

Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Ζωή κι αυτή…
Μάζεψα όλα τα παλιά με προσοχή. Μεγάλη. Από το ίσωμα, από τη μέση κι από το πάνω πάτωμα. Ακόμα, λίγα από τα σκόρπια, τα ηρωικά και τα μπερδεμένα πράματα της ιστορίας. Μεγάλη η ιστορία μας και πιότερο η …μυθολογία μας.
Η διαδικασία επώδυνη.
Πικρά χαμόγελα παιδιών, κουκούτσια από ροδάκινα, σιτάρι και κριθήν. Και λάβδανον δια πάσαν νόσον. Σκόνη από κάμπους καρπερούς, πολλά Εγώ και φιδάκια της Παναγιάς. Μάζεψα.
Ακόμα ένα αυγό από κόκκινη πουλάδα. Μια αλεπού, ένα ρόπτρο μεσαιωνικής θύρας, ξερολιθιές, πεζούλες… και τρύπια πέλαγα.
Τη σιωπή της θάλασσας την εξασφάλισα ταΐζοντας με «τρυφερούδια», ανέξοδα, τους καρχαρίες.
Και τον τρελό Σιρόκο της καθημερινότητάς μας. Και ηρωικές αρνήσεις που γίνανε θλιβερές καταφάσεις. CHE FECHE. Νόμους δεν μάζεψα. Ούτε αστυνόμους και σοφούς.

Τον Μακρυγιάννη, όμως, ναι. Όπως και τον Άρη, τον Σεβάχ. Το Τούνεζι, την Φάτα Μοργκάνα και τη Βερενίκη. Τον Άγιο Μάρκο τον Συριανό και τ’ Άγια δισκοπότηρα. Και κυπαρισσόμηλα… πολλά. Και μια ροδιά… πολλές ροδιές.
Απέφυγα τους Αγίους. Πάρεξ τον Λιόντα… Και πιο πολύ επειδής είχε «το μάτι που έβλεπε απ’ την πλάτη».
Μάζεψα πολλά… Οράματα, ελπίδες, θάρρητα απόγνωσης, ψυχές αδικαίωτες… Τρύπια, όμως, τα πανιά του ιστιοφόρου. Όμως, όλα για το καλό μας… Για το καλό μας… Για το καλό μας; Ναι, «ως που δεν άντεξε στο τέλος το μυαλό μας»…
Τα έβαλα όλα με τάξη και με προσοχή. Σ’ ένα καινούργιο, πολυτελές, κουτί. (Τα μπαούλα και τα σεντούκια της γιαγιάς σκοροφαγώθηκαν). Με φίρμα απ’ έξω ονομαστή και μεγάλη.
Και τα ‘στειλα πεσκέσι, προζύμι δημιουργίας, στο μέλλον και στην ιστορία. Να ξεφύγω… Έστω για λίγο.
Την πίκρα, την έριδα, την αδικία, την αλαζονεία και τη μέθη τις κράτησα. Αυτές, είπα, φυτρώνουν εύκολα παντού.
Στίχους του Καβάφη, επίσης, δεν έστειλα. – Πολυτέλεια, είπα. Ούτε κατεψυγμένα αρώματα. Ένα αδειανό πουκάμισο, μονάχα.
Και πίνακες ζωγραφικής δεν έστειλα. Πάρεξ τον «Ναύτη» του Τσαρούχη. Και τα «Ηλιοτρόπια» του Βαν Γκογκ. Και Μίκη και Μάνο δεν έστειλα. Ούτε Ρίτσο και Αναγνωστάκη.
Ο ιστορικός, που μελετάει το παρόν του μέλλοντος, μου διεμήνυσε άμεσα για ανίερη παρέμβαση. Και ανεπίτρεπτο επηρεασμό της κοινής γνώμης.
«Ουδέν υλικόν του παρόντος θέλει χρησιμοποιηθεί δια την ανοικοδόμησιν του αύριο», κατέληγε αυστηρά. «Επιστρέφονται δι’ υμετέραν χρήσιν». Αυτό, ομολογώ, μου εφάνη, σχεδόν ως διαταγή. Προσβολή, βεβαίως, ήτο σίγουρα… Ακούς: «Ουδέν…».
Κράτησε μόνον ολίγον Άρη και ολίγον από Φάτα Μοργκάνα. Κομμάτι ακόμα από Μακρυγιάννη και Σεβάχ. Και ροδιές… Και τον Λιόντα κράτησε. Οικονόμο, λέει, στα διόδια. Του Αχέροντα και της Νέκυιας. Τον θανατηφόρο ιό «μαζιταφάγαμε» χωρίς δίκη τον έθαψε βαθειά στο μαύρο και στην πίσσα.
Η προσπάθεια, δυστυχώς, έλαβε τέλος… Άδοξα. Και το παρόν έμεινε εγκλωβισμένο στο εδώ και στο τώρα.
Αλάφρυνα την «τέντα της κληματαριάς» από τα βαριά, τα κόκκινα σταφύλια. Της οργής. Και της αγάπης.
Και τον αφρό τους, τον έδωσα στις προβατίνες για να ξεδιψάσουν.
Στη χάση, ήτανε δεν ήτανε θαρρώ, του μαύρου φεγγαριού… Τις είδα να χορεύουνε στο ξέφωτο, χωρίς βρακί, Δαιμονικές μαινάδες. Στον Κιθαιρώνα. Κυκλικοί οι χοροί τους κι άλλες φορές αντικριστοί.
Πάλη, Θάνατος, Ζωή.
Αν δεν σκοτώσεις Δράκοντες, μην περιμένεις για νερό.
Κι αν δεν φιλήσεις τη φωτιά, οι τάφοι θα μείνουνε λασπόλακκοι.
Πληγές, μόνο, γης. Ιερότης, μηδέν. Διάλεξε.
Είπε αυτός που μάντευε, χρόνους εφτά, σαν άντρας. Και τόσους ακόμα σαν γυναίκα.
Κι έμεινα χωρίς νερό και δίχως τάφο. Από φόβο…
Στη μέση του πουθενά, περιμένοντας το τίποτα. Από φόβο…
Άβουλος, μοιραίος αλαφροΐσκιωτος. Από φόβο…
Μεσάνυχτα, σε τρίστρατο. Στις λάμιες… Από φόβο…
Μα πιο πολύ… Δίβουλος και Τρίβουλος… Από το φόβο του φόβου.
Έτσι το αλέτρι… οξειδώθηκε.
Έτσι το καλαμπόκι… σάπισε.
Έτσι η θράκα του Ήλιου… έσβησε.
Και τα κυκλάμινα… έμβρυα… δεν φύτρωσαν ποτές.
Έτσι… Έτσι… Έτσι…
Έτσι και για πολλά ακόμα έτσι έμεινε ο κόσμος μας μικρός.
Πικρός τυραννικός, επιταφειακός, ασήμαντος.
Μα «αβάσταχτα τρυφερός» κι αγαπημένος.
Έτσι…
Αγναντερό –Τρίκαλα, 02/8/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου