Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Δρίμες

Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Παραλία Νέα Παλάτια Ωρωπού, δεκαετία του '50
Έξι Αυγούστου… «Γενέθλια»… «Επέτειος»… Σαν σήμερα πριν από 70 χρόνια η Χιροσίμα καιγότανε κι ο πυρηνικός όλεθρος σκέπαζε με τρόμο τον κόσμο… (Το Ναγκασάκι, στις 9 Αυγούστου). Μνήμη κράτα γερά…
Εγώ, πιτσιρίκος, μπαινόβγαινα στην θάλασσα του Ωρωπού. Στην σκάλα, στον Φάρο… Εκεί που τότε «ερχόντουσαν» από την Μαυροσουβάλα τα βαγονέτα γεμάτα με κάρβουνο και φορτώνανε τα πλοία…
Άλλες εποχές…
Εκεί… εγώ μπαινόβγαινα στην θάλασσα. Πιτσιρίκος. Ως που κάποια στιγμή… η μάνα μου (κι άλλοι) με μια φωνή φόβου και δέους με κοιτούσαν κι έλεγαν σταμάτητα… «Το παιδί… Τι έπαθε το παιδί… Κοιτάτε το παιδί… Το φρύδι του (τ’ αριστερό) άσπρισε. Το μέτωπό του έχει μια γραμμή άσπρη. Μάγια… Μάγια… Κάτι του κάνανε του παιδιού». Τελικά και πραγματικά… έτσι ήτανε. Το φρύδι μου ήτανε άσπρο. Και το κούτελό μου είχε πια μια άσπρη γραμμή, Σαν τα σημαδεμένα άλογα.

Έξι Αυγούστου. Της Αγίας Σωτήρας. Είναι η τελευταία ημέρα, η κορύφωση των «ιδιαίτερων (δυσοίωνων) ημερών της θάλασσας», έτσι λένε.
Είναι οι παγανιστικές Δρίμες. Κι όταν τις ημέρες αυτές μπεις στη θάλασσα, λένε, μπορεί (μπορεί και όχι) να σου συμβεί κάτι. Κακό πάντα.
Στο εργοτάξιο της ΟΥΛΕΝ, στη Μαλακάσα (σήμερα οι κατασκηνώσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ – δίπλα στο χώρο των Μαρτύρων του Ιεχωβά) που μέναμε (εμείς από Κύμη – Σκύρο είμαστε) και που δούλευε, τότε, ο πατέρας μου, σ’ ένα θάλαμο, θαλαμοφύλακας (πολλοί οι εργάτες και οι θάλαμοι) ήταν ένας ηλικιωμένος (μην πάει ο νους σας για πάνω από πενήντα χρονών) κοντούλης, μαυριδερός, ασπρομάλλης, αεικίνητος και με γαμψή μύτη. Ο μπάρμπα Νικόλας. Τον λέγανε κι αλαφροΐσκιωτο κι άνθρωπο που μιλούσε τα βράδια με τ’ αστέρια, τα φεγγάρια, τα βότανα (ναι τα βότανα) που μάζευε για τα «μαντζούνια» του κι άλλα πολλά τέτοια. Όμως, τον σεβόντουσαν, όλοι… Και λίγο, δείχνανε, να το φοβούνται… Τον Μπάρμπα Νικόλα…
Κι όταν μαγείρευε (όλοι οι εργαζόμενοι – δύο, δύο – τρεις, τρεις μαγειρεύανε – Η εταιρεία διέθετε χώρους με «εστίες» για να μαγειρεύουνε οι εργάτες) μαγείρευε τ’ ωραιότερο κουνέλι στιφάδο. Που το σκότωνε χτυπώντας το στ’ αυτιά, ανάποδα, ακριβώς δώδεκα η ώρα τη νύχτα. Και τ’ άφηνε να «στεγνώσει» στο «φανάρι» με τη δροσιά μέχρι το πρωί.
Με πήγανε, λοιπόν, στον Μπάρμπα Νικόλα «να με δει». Στον Μπάρμπα Νικόλα, το σεβαστό σαμάνο της μικρής μας κοινωνίας.
Το θυμάμαι σαν τώρα.
«Τυχερός ο Δημήτρης». – Βαγγέλη, Αμέρισα (τα ονόματα των γονιών μου). Τυχερός. Φαίνεται πως κοιμήθηκε πάνω σε πολλά λεφτά. Αλλά… μην σκάτε, αν δεν τα βρείτε τώρα, θα τα βρει ο Δημήτρης στον δρόμο του. τυχερό παιδί ο Δημήτρης, σου λέω Βαγγέλη, τυχερό… (Όσοι μιλάνε για το μέλλον κρατάνε πάντα και μια… πισινή. – Κι ακόμα, όταν βλέπουν απάνω σου κανά κουσούρι, λένε και κανέναν καλό λόγο. Δεν είναι, βέβαια, κακό αυτό).
Κι ήταν η πρώτη φορά που ο Μπάρμπα Νικόλας, ο σεβαστός σαμάνος της μικρής μας κοινωνίας, δεν έδωσε «μαντζούνι» ή …αλοιφή από δέκα βότανα. Είπε μόνο μερικά ακατάληπτα λόγια. Που θα τα επαναλάμβανε, έτσι έλεγε, για τέσσερις Τρίτες τα μεσάνυχτα… Δεν κατάλαβα γιατί… Οι γιατροί που με πήγανε αργότερα οι γονείς μου, είπανε πως «αυτό» ήτανε λεύκη. Απλά. Εγώ, όμως, πάντα θα θυμάμαι τις Δρίμες του Αυγούστου. Όπως και «Αι ειδοί του Μαρτίου». Και τον Μπάρμπα Νικόλα. Και τον Φάρο και τη Σκάλα του Ωρωπού. Μπροστά στα «Νέα Παλάτια» (μαχαλάς, τότε, Μικρασιατών)... Και τον Φούρναρη τον κυρ Στέφανο (Αϊβαλιώτης ο κυρ Στέφανος) με την όμορφη την κόρη, την Αφρούλα (ίδια η διαφήμιση των τσιγάρων μάρκας Sante»)… Και το ζεστό ψωμί που ‘φερνε καθημερινά στο εργοτάξιο στην Μαλακάσα. Και το ακόμα πιο ωραίο «σφουγγάτο» στις γιορτές και τις Κυριακές (Ξέρει, τώρα, ο βλάχος από σφουγγάτο…)
Όλα τα θυμάμαι… Άλλα χρόνια, τότε, βλέπετε. Γεμάτα μύθους και… ιστορίες… «Χθες» ακόμα.
Τα λεφτά, βέβαια, τα πολλά λεφτά ακόμα… δεν τα βρήκα. Είδα, όμως, πολλά. Κι έμαθα πολλά. Λεφτά είναι κι αυτά… Κι ίσως πιο πολλά απ’ τα πολλά… Και πιο «καλά».
Άγιοι Ανάργυροι, 06/8/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου