Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Το άγαλμα. Πληθυντικός: «Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα το ίδιο μένουν»; (Β)

Μέρος Β’
Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Συνέχεια από το προηγούμενο της Τρίτης, 22 Ιουλίου 2014, που σαν άγαλμα νόμιζα πως ό,τι κι αν παρατηρούσα λίγο θα με πονούσε… 
Όμως, αν και άγαλμα, λίγο το άντεξα. Πριν, ουσιαστικά «βρω» τα πρώτα αγαλματικά μου βήματα ένοιωσα – ποιος; Εγώ, το άγαλμα – (γιατί οίδα) την πρώτη, έντονη απογοήτευση. Ο εμβληματικός («μια βραδιά στο Λεβερκούζεν, λίγο έξω απ’ τον σταθμό…» – στη μνήμη σου Μάνο Ξ… Και στη δική σου Βαγγέλη Φ…) πρώην πολυάνθρωπος (για φιλέτο μιλάμε) σταθμός ΣΠΑΠ (Πειραιώς, Αθηνών, Πελοποννήσου, να θυμόμαστε) τώρα έχει εξαφανισθεί. Στην θέση του είχε φυτευτεί ένα πολυτελές, πολύχρωμο και εκτυφλωτικά λαμπυρίζον δάσος. Από Swarovski και… πάνω τα υλικά. Τα φυτεμένα ανάποδα, σπάνιων ποικιλιών, ηλεκτροφόρα δέντρα, όλα εισαγωγής, ήταν κατάλληλα φορτισμένα, ώστε ακινδύνως να δοκιμάζεται άμεσα η έβδομη αίσθηση, η ευεξία και η ευαισθησία των ηλεκτρονικών πτηνών και ζώων. Αυτών, δηλαδή, που θα παρήγοντο μαζικά στα υπόγεια από επιστημονικό προσωπικό υψίστης αλλοδαπής νοημοσύνης. Εξ αυτού και το άγαλμα του Βούδα, δίπλα στο ταμείο.
Επισκέπται του μη χρηματοδοτούμενου, πειραματικού project Υπο-Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, ετησίως 20 εκατ. – Υπουργός ντόπιου Τουρισμού και Μετεωριζομένων εν (γνώσει) Απογνώσει ανασκολοπιζομένων Ομήρων.
Αυτά δίπλα σας. Όμως, λίγο πιο πάνω, βόρεια, κοντά και μέσα στο λεγόμενο Πάρκο-Τρίτση-του λαού, τα αχαμνά του τράγου δεν πέφτουνε. Όσο κι αν η αλεπού τα ορέγεται και τρέχει πίσω του. Εκεί να δείτε πόνος και δυσωδία. Σάπια τα νερά. Σάπια και τα ψάρια. Με ψώρα οι Ερωδιοί. Φρικάρισα… εγώ, άγαλμα πράμα. Είδα και τι δεν οίδα. Μέτοχος αλλά και παρατηρητής.

Όμως αυτά, τέλος πια. Τώρα, ακριβώς πάνω στη σαπίλα της (εξ επιλογής;) εγκατάλειψης υψώνονται περήφανα τεράστιοι, γυάλινοι, διαφανείς τοίχοι σε όλη την περίμετρο του Πάρκου. Χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες (τύφλα νάχει ο φράχτης Παπουτσή, στον Έβρο) δημιουργούν ένα ονειρικό (ποιος το λέει …εφιαλτικό) περίκλειστο, ξεκομμένο πάσης ζωής «αποστειρωμένο χώρο». Ιδανικό για το λαϊκό ορατόριο – υπερθέαμα του «Χορού των Γερανών» που σύντομα καλά θα κρατεί και κοντά σας. Εκεί, λοιπόν, αοράτως και ανεπαισθήτως «ανεγείρονται» πια, χωρίς (πάλι) ειδική (περίεργο; Μπορεί και όχι…) χρηματοδότηση (δόξα νάχουν μόνο και λεφτά πολλά οι λαοπρόβλητοι χορηγοί) οι τόσο αναγκαίες και χρήσιμες (οι ανθ’ ημών Γουλιμήδες γνωρίζουσι κάλλιον ημών τα εμά συμφέροντα) για τους λαούς των Πριγκηπάτων της Δυτικής Όχθης μετα-ηλεκτρονικές, «μετα-νοητικές» μετα-βιβλιοθήκες. Πρότυπο οι της Αλεξανδρείας και η των νεκροπόλεων της περιοχής του Φαγιούμ τάξη, πλήξη και θλίψη. Που θα καλύπτουν απόλυτα, ουδεμία πλέον ανησυχία περί την γνώση, μια ευρεία γκάμα αναγκαίων επιστημονικών πληροφοριών, όπως π..χ. για την ζωή και τις αναπαραγωγικές συνήθειες των λάμα του Περού σε περίοδο οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης, μέχρι τις δια(σ)τροφικές συνήθειες του υπό εξαφάνιση σπάνιου είδους της οχιάς της Μήλου. Και «Γαία» πυρί μειχθήτω. Μαζί. Γιατί πάνε μαζί. «Αυτοί» και «Αυτά».
Κι ο Θράκας, πάντα από το γένος των Ευμολπιδών (που θα πει ο άντρας με την μελωδική φωνή) Μέγας Ιεροφάντης, να απομακρύνει, με την δέουσα αυστηρότητα, από τα εντός τελούμενα Ελευσίνια Μυστήρια, τους αμύητους. «Εκάς οι βέβηλοι». Και ο μη έχων, μη κατέχων και μη διαθέτων οβολόν ζωής δια την είσοδον να απομακρύνεται κοπαδηδόν απ’ το δικό του «στάλιασμα». (Η μεσημεριανή, σταθερά κάτω από το ίδιο δέντρο στον κάμπο, ξεκούραση – σιέστα – του κοπαδιού, μέρες ζέστης).
Επισκέπται μετά την ολοκλήρωση του project. Τόσοι όσοι… για να φύγουν οι ντόπιοι. Υπουργός Προστασίας ντόπιων Εωλικών Πάρκων και Πρόθυμων Ανανεώσιμων Πυγών.
Θα μπορούσα, εύκολα, τι sui generis άγαλμα είμαι, να συνεχίσω τις αθέατες διερευνητικές μου περιπλανήσεις στο κοντινό, μαύρο, μέλλον. Περιδιαβαίνοντας απλά τον υπόλοιπο χώρο ή αντιγράφοντας τα σχέδια του ΤΑΙΠΕΔ, για το 301 Εργ. Βάσης ή για τον πεθαμένο Πευκώνα, ή για…, ή για… Θα μπορούσα, ακόμα, ως political correct persona, να μιλήσω (καθόλου άσχετο) για τον κυνισμό της φυλετικής… ομάδας της Αρετούσας, της Ρηγοπούλας, κατοίκου Πύργου Βασιλίσσης (μην το ξεχνάμε!!!) και τον μύθο της. Που ψυχρά, κάθε φορά, αμίλητα, αμείλικτα και νύχτα μέσα στην ίδια τη νύχτα θα εγκαταλείπει πάντα (κόντρα σε ρομαντικές παραπλανητικές παραλογές και παραμυθίες) τον νικημένο από τους ανεμόμυλους Ερωτόκριτο.
Για τον θάνατο των συναισθημάτων!!!
Για πολλά, ακόμα, θα μπορούσα να μιλήσω. Και για συναισθήματα, πιο πολύ. Δεν ήμουν πάντα από μάρμαρο εγώ. Όμως, η κλεψύδρα αδειάζει. Όλα έχουν ένα τέλος. Ακόμα και ο χρόνος των αγαλμάτων… σε περιοδεία. Γι’ αυτό θα γυρίσω πίσω, στο πόστο μου. Αρκετά οι ευαισθητοποιημένοι πειραματισμοί. Θ’ ανέβω στο βάθρο μου και θ’ αρχίσω πάλι να βλέπω τα πράγματα σαν (ευαισθητοποιημένο… γίνεται; - Γίνεται!!! Γίνεται!!!) άγαλμα «παλαιάς κοπής» και «σταθερής αξίας». Μέτοχος, είπαμε και παρατηρητής. Γιατί πολλά μπορεί στην βόλτα μου να είδα. Πολλά πράγματι αλλάξανε… Τώρα, προς το χειρότερο. Και αλλάζουνε. Πολλά, όμως, και πολλοί μένουνε, εμμονικά στο ίδιο. Στο «παραδοσιακά» παλιό καλό. Κι ο Σίσυφος…; Κουράστηκε… Κι η άνοιξη…; Όμως, το καινούργιο θάρθει… Έστω κι αν «τίποτα δεν έχει αλλάξει»… Γιατί, «τίποτα δεν είναι όπως παλιά». Επιταφιακός και αναστάσιμος ο ήχος της καμπάνας. Γίνεται;… Γίνεται! Γίνεται!
– «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τα πελέκια στον αέρα, σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
– Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων»
   (ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ)
Σημείωση:
Η «απουσία» των Ερμοκοπιδών από την ιστορία μας δεν είναι τυχαία. Επιλογή είναι. Γιατί δεν υπάρχει… Αλκιβιάδης. … Το «σπάσιμο» όλων των Ερμών (αγαλμάτινες πλάκες με σμιλευμένο τον Ερμή, στις γωνίες των Αθηναϊκών δρόμων) έγινε, κρυφίως, από τους «κολλητούς» του Αλκιβιάδη (τους ονομασθέντες και Ερμοκοπίδες – Ερμοκαταστροφείς) μια νύχτα πριν της εκστρατείας των Αθηναίων στις Συρακούσες, το 415 π.Χ. Γιατί…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου