Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Ο «Μπελντές»

Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Αραιώνουν τα φύλλα. Το δένδρο που λέγεται Άγιοι Ανάργυροι, χάνει σιγά – σιγά το θρόισμα τους. Χάνει τον ήχο τους που ‘λεγε στη ζωή, Ζούμε. Ναι, δες ζωή, ζούμε. Από την σβουνιά – το θυμάσαι; – του δρόμου, δες ζωή, τα καταφέραμε και φτιάξαμε φωλιά. Άλλος πιο ψηλά, άλλος λιγότερο… Και τραγουδάμε. Για το χώμα που ‘γινε πλίθρα. Κι ύστερα, σπίτι. Με πισσόχαρτο, έστω. Για σκεπή… Χαμογελάμε... Για τον κήπο… Με τον βασιλικό και με την άγρια μέντα… Και το σταμνί με τη λινάτσα… Για το κρύο το νερό…
Από τέτοια φουρνιά παιδιών ήτανε ο Γιώργος. Στις 24 του Ιούλη «έφυγε» από αυτή την ζωή, που τη λέμε ζωή (τέλος πάντων) ο Γιώργος ο Νούσας. «Να ‘χετε το νου σας – βοηθάει» έλεγε με αγαπητικό πάντα χιούμορ.
Γεννημένος στα Μυκονιάτικα, αρχές κατοχής, σε πάμπτωχη (πέντε παιδιά, μικρότερος ο Γιώργος) οικογένεια με το που τελείωσε το Δημοτικό (δεν είμαι βέβαιος) δουλειά ο Γιώργος στο σιδεράδικο του Ζαχαριάδη. Κάλφας. Γρήγορα μαστοράκι και μάστορας. Και ύστερα επιχειρηματίας. Από τους επιτυχημένους... Και καλούς. Με ανθρώπινο μυαλό και καρδιά μετάξι. Στράντζα – Ψαλίδι. Ο Νούσας στο ποτάμι.
Όμως, εμείς, οι παλιοί φίλοι που μαζευτήκαμε στο ξόδι του δεν νοιαζόμαστε γι’ αυτά. Πιο πολλά και πολύ θυμηθήκαμε τα παλιά. Όπως, τον Σπάρο. Έτσι που τον θυμήθηκε ο Γιώργος ο Μπαϊρακτάρης – γνωστότατο δικηγορικό γραφείο στα ναυτιλιακά – που ποτέ – πάντα κοντά – δεν ξεχνάει τον τόπο που μεγάλωσε. Θυμήθηκε, μέσα με τέλη της δεκαετίας του πενήντα (προηγούμενος… αιώνας) να σταματάνε τα λεωφορεία, εκεί στο παλιό γήπεδο της Ένωσης (τώρα …Πευκώνας), κοντά στις «παράγκες» στο σχολείο με τη λάσπη, να δούνε ένα παληκαρόπουλο. Που έκανε μονόζυγο. Σαν «αφιερωμένος» μπεχλιβάνης και δερβίσης μαζί. Και που ξεπέρναγε σε ενδιαφέρον – τότε – ακόμα και τον «Γύρο του θανάτου». Για τον Γιώργο, μιλάμε. Τον Νούσα. Τον Σπάρο με τ’ όνομα, που τύφλα να ‘χανε μπροστά του οι σημερινοί πρώτοι. Τον Σπάρο, που μας έγινε μετά, από ...Σπάρος πρώτος …ψαροντουφεκάς. Και με την μεγάλη του αδυναμία,,, Τη Χαρχάλω… Την μηχανή…
Κι από κοντά, να θυμάται, ο Τάκης ο Μανίκας, τα κατοχικά. Βέρος Μυκονιάτης ο Τάκης, παιδόπουλα με τον Γιώργο, να θυμάται… τι άλλο; Την πείνα. Που τον κυνηγάγανε. Τον Γιώργο. Να του πάρουνε τη φτενή φέτα το ψωμί. Την αλειμμένη, λίγο, ίσαμε να κοκκινίζει, με μπελντέ… Κι ο Γιώργος, ο Πελτές ή για τους άλλους ο «Μπελντές», να μην αλλάζει στο διάβα της ζωής. Ό,τι κι αν έγινε… Να μένει, εκεί, το ίδιο λαϊκό παιδί, με τους ίδιους πάντα φίλους (κολλητάρια από τα μικράτα τους με τον Ντοντό, τον Αντώνη τον Βιδάλη, ντε) και τις ίδιες χωμάτινες και μπρούτες συνήθειες.
Κι όταν κάποιος τον πείραζε, «Τι δουλειά έχεις, εσύ ρε, με τον Γιώργο τον Μπαϊρακτάρη; Αυτός τρώει με μαχαίρι και πιρούνι κι εσύ με τα χέρια, Χωριάτη», όχι μόνο δεν θύμωνε, αλλά, απαντούσε τόσο άμεσα, τόσο απλά και «διεισδυτικά» που σε αφόπλιζε. «Εγώ τον αγαπάω τον Γιώργο [1]. Είναι καλό παιδί. Κανέναν δεν πειράζει…». Τόσο αυθεντικά λαϊκός. Τόσο καίριος. Χωρίς κανένα κόμπλεξ. Αυταξία ο ίδιος και με φανερή την υποψία της κριτικής αλλά και της a priori απόρριψης άστοχων ή υπερβολικών στερεοτύπων.
Αυτά ο Γιώργος. Ο Πελτές. Για τους άλλους ο «Μπελντές». Που θα ‘ναι καλά, ό,που κι αν είναι. Γιατί πάντα θα τον φτάνει και θα μοιράζεται μια φτενή φέτα ψωμί. Με Μπελντέ. Που σιγά – σιγά μας χάνεται. Από τις καρδιές… Όλων μας.
Έτσι Γιώργο;
Και να προσέχεις… Τον Τάκη τον Μανίκα. Που παραφυλάει…
Σημ. [1]: Ο Γιώργος Μπαϊρακτάρης είναι γιος του Βαγγέλη, από τα πρώτα και δραστήρια στελέχη του ΕΑΜ Αγίων Αναργύρων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου