Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Τα σύκα του Σεπτέμβρη θέλουνε ζάχαρη

Σκόρπια και ανάδελφα
Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Όχι, δηλαδή, πως τα πράγματα βαίνουνε καλώς στην κοντινή, δική μας Σατραπεία. Μπορεί και το αντίθετο. Ούτε, ακόμα επειδή ο απόπλους από τον Μαλιακό ή και την ορεινή Στυλίδα του κυρ Απόστολου κρίνεται πια απαγορευτικός, σημαίνει ντε και καλά, χαμηλό βαρομετρικό. Εξάλλου, ο Ενόδιος Ερμής, με τον Θούριο του Ρήγα παραμάσχαλα και την επαναστατική βαφήν WELLA στο χέρι, χρυσο-κατοικοεδρεύει σταθερά τώρα πια στην γραμμή πυρός – θανάτου Κορίνθου – Πατρών.
Όμως, όπως και να το κάνουμε, σύκα είναι αυτά. Και αν δεν είναι «έτοιμα», στον καιρό τους γινωμένα – μελωμένα δηλαδή, ως ο κολιός τον Αύγουστο, κλάφτα, τότε, Χαραλάμπη. Όλη η ζάχαρη παραγωγής εργοστασίων Σερρών – Ξάνθης – Κομοτηνής και λοιπών επαρχιών, δεν επαρκεί, λέμε τώρα, για μια συκομαρμελάδα της προκοπής. Και το υπόξινο θα κυριαρχεί και θ’ αλλοιώνει τη γεύση. Γνωστά πράγματα, δηλαδή. Διαχρονικώς και πανελληνίως. Τουλάχιστον, στις συκομάνες περιοχές…
Από την παλιά μας κάτοικο Αθηνών (τι εμπόριο – θησαυρός κι αυτός με τα σύκα… και τους συκοφάντες – μην ξεχνιόμαστε) την κυρά Ξανθίππη με τ’ όνομα και τον με στομάχι κούρκου κυρ Σωκράτη τον μερακλή με τις συκόπιτες του… μέχρι την θαλασσινή κυρά της Κύμης – την μάνα μου Αμέρσα – και της Ληναριάς – την γιαγιά μου Ρίνα.

Πως, δηλαδή, άλλη η αναλογία ζάχαρης και σύκων για τα ώριμα βασιλικά σύκα του Αύγουστου και άλλη για τα ώριμα, αλλά μετά από βροχή, άνεμο και ψύχρα, σύκα του Σεπτέμβρη. Έτσι είναι αυτά…
Χρόνος… στιγμή… «Εν τω παν» (Παρμενίδης). Εξ όνυχος, λοιπόν, τον λέοντα; Ασφαλώς. Και στα καθ’ ημάς απλά ελληνικά, ο μύθος ευθέως δηλοί τα αυτονόητα. Πως, δηλαδή, το κάθε τι, από την απλή ακόμα συνταγή για την συκόπιτα της γιαγιάς Μιμίκας, (από το σόι της γυναίκας μου, Συριανή αυτή), μέχρι την έκρηξη του μποζονίου του Χιγκς, ο σωστός χρόνος, η επιλογή της σωστής στιγμής για δράση είναι το καταλυτικό στοιχείο για την επιτυχία. Και την ισορροπία.
Δεν μπορεί, δηλαδή, σήμερα να συμβαίνουν όσα συμβαίνουν σε βάρος της ζωής, της αξιοπρέπειας και της τιμής εκατομμυρίων εξαθλιωμένων συνελλήνων και να αφήνεται, ανενόχλητος, «ο ήλιος» ν’ ανατέλλει ως το συνηθίζει. Ξεπερνώντας και τον Λοξία…
Δεν μπορεί, γράφει ο Σπύρος Αποστόλου [1] (1938-1991) στην «Απογραφή Μενόντων» σελ. 69, τώρα που:
«Το σπίτι τόφαγε ο φόρος
Τη ζωή ο μισθός»
Και που, συνεχίζοντας, στον «Ανορθόγραφο Επιγραφοποιό» σελ. 79, να μας ενημερώνει πως
«Σήμερα συνεδρίασαν τα ηλιοτρόπια
Κι ορκίστηκαν να μην ακολουθήσουν τον ήλιο»
εμείς να δείχνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε Χριστό.
Και πως ενώ το χθες μπορεί μεν να ήταν απλά πολύ νωρίς, το σίγουρο πια είναι πως το αύριο θα είναι πολύ –πολύ αργά. Και πένθιμο.
Δεν μπορεί να σε τιμωρούνε που δεν διαβάζεις βιβλία όταν οι ίδιοι, κλέφτες θρασείς και «αγράμματοι», στα παίρνουνε απ’ τα χέρια και τους δασκάλους απ’ τα σχολεία. Κι εσύ, ανάδελφε και κλειστοφοβικέ, να πετάς αδιάφορα, σαΐτες κι αητούς. Σ’ άστερους, μάλιστα, ουρανούς.
Δεν μπορεί να κρυώνεις και να πονάς, να πεινάς και να διψάς (βασικές «δόξες» του μεγάλου, για την ευδαιμονία και τη ζωή, δάσκαλου Επίκουρου) κι εσύ να μιλάς χαμηλόφωνα, γιατί η μάνα σου είναι κουφή. Και μουγκή εκ γενετής.
Δεν μπορεί, όταν «από τις τρύπες του πανωφοριού σου μπαινοβγαίνει ο θάνατος» εσύ να παρακολουθείς καραγκιοζοειδώς τις χατζηαβατικές φιέστες και παραστάσεις των φερομένων ως υπουργών (μικρό το ύψιλον) Παιδείας, Υγείας, και Στρατού, Πρόνοιας, Δημοσίων «Θαυμάτων» και Θεαμάτων, Κατολισθήσεων, Φθοράς και Διαφθοράς συνειδήσεων, ηθών, ηθικών και ζωών.
Δεν μπορεί τέλος, να μην ανησυχείς που το σουραύλι του Πάνα σίγησε. Που το λάλον ύδωρ, απέσβετο. Και που τα φύλλα της ροδοδάφνης, λευκής, πολλά μαράθηκαν στα χέρια της Σίβυλλας.
Κι ακόμα δεν μπορεί να μην βλέπεις, αν θέλεις να δεις, πως παλιοί Θεοί και πιστοί ιερατείων μπορεί πια να κουράστηκαν. Ή να ξεπεράστηκαν… Ή να χάσανε τον δρόμο τους. Ή και το χειρότερο. Να βολεύονται στον θρόνο και στη θέση τους.
«Είμαι ο Δειλιέν είμαι δηλόθ
και τραγουδάω επειδή είμαι τραυλόθ
μονάχα όταν τραγουδάω δεν τραυλίδω
κι όταν δεν κθέρω τι να πω όλο θφυρίζω
Ένα βραδάκι που θα πιω θα οπλιθτώ
θα επιτεθώ και τουθ εχθρουθ θαθ θα θκορπίθω
θα παρελάθω κθαπλωτόθ κι όλοι θα λεν
ήταν ήρωαθ τον λέγανε Δειλιέν
Είμαι ο Δειλιέν κι είμαι δειλόθ
έτθι γεννήθηκα άραγε αυτό αλλάδει
αν θεθ να πάπθω άναπθε το φωθ
τραγουδάω γιατί φοβάμαι το θκοτάδι»
(μέρος στίχων, που σπάνε κόκκαλα, από το καινούργιο τραγούδι του εξαίρετου τραγουδοποιού – ποιητή – στιχουργού Παύλου Παυλίδη – μέλους, παλιά, των «Ξύλινων Σπαθιών» – «Ο Ζυλιέν (Δειλιέν) είναι δειλός». Από συνέντευξη του, στον (συνΑΕΚτζή), πολύ καλό δημοσιογράφο, Δημήτρη Κανελλόπουλο στην Εφ-Συν, 27/8/14 Αrt σελ. 19)
Τώρα, αν, ωθ θυνήθωθ, δητάτε μαθημένο «δια ταύτα» και ερμηνείεθ προθθετες για τον Δειλιέν …δεν έχει. Μαθ τελείωθαν. Άλλη έτοιμη θυκόπιτα από φρέθκα θύκα τηθ Κύμηθ δεν υπάρχει. Ιδού η Ρόδοθ… Ιδού και το πέλαγοθ. Ή το πήδημα…
Όμωθ, έναθ (ή και πολλοί μαδί)
«αθ ανάπθει το φωθ»… Θωθτά και θτο θωθτό χρόνο.
Κυρίωθ…
Σημ. 1. Ο αείμνηστος, Διανοούμενος – Ποιητής, Δήμαρχος Αγίων Αναργύρων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου