Πριν από πάρα πολλά χρόνια, όταν η Ελλάδα ήτανε πάλι φτωχή, εξαιτίας όμως ενός πολέμου, μιας κατοχής κι ενός εμφυλίου, ο Τατάκος, πατέρας τεσσάρων παιδιών, με γυναίκα και πεθερά στην ευθύνη του, μετά από την πτώχευση της επιχείρησης του και οικογενειακή περιπλάνηση, προς άγραν του μεροκάματου, στην μισή Ελλάδα, βρήκε επιτέλους μια σίγουρη δουλειά, ως ελεγκτής στο ΚΤΕΛ μια επαρχιακής πόλης.
"Εύκολη δουλειά" του είπανε. "Θα ανεβαίνεις αιφνιδιαστικά στο λεωφορείο και θα ελέγχεις αν όλοι έχουν εισιτήρια. Όποιος δεν έχει θα του ζητάς να βγάλει επιτόπου κι αν αρνηθεί θα τον κατεβάζεις από το αυτοκίνητο. Θα σε αφήνει ο οδηγός σε μιά στάση και θα παίρνεις το επόμενο δρομολόγιο που θα έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Θα κάνεις και τις βόλτες σου, θα παίρνεις και τον αέρα σου".
Υπέγραψε το συμβόλαιο, ο μισθός ήταν καλός και με την προκαταβολή αγόρασε σοκολάτες για τα μικρά και μια ορτανσία για την γυναίκα του, που λάτρευε τα λουλούδια. Εκείνο το βράδυ, στο μικρό χαμόσπιτο είχαν ανάσταση.
Στις έξη το πρωί ξεκίνησε για την δουλειά, με γυναίκα και πεθερά να τον ξεπροβοδίζουν σταυρώνοντας τον.
Τις πρώτες μέρες στάθηκε τυχερός. Οι επιβάτες, τύπος και υπογραμμός, όλοι με τα εισιτήρια στα χέρια.
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ όμως, γύρω στις εννιά, ενώ ανέβηκε με ανακούφιση στο λεωφορείο, δεν ήταν μαθημένος σε τόση ερημιά, έπεσε πάνω στον πρώτο λαθρεπιβάτη της καριέρας του. Λαθρεπιβάτιδα για την ακρίβεια. Μια μαυροντυμένη και μαντηλοφορούσα ηλικιωμένη.
















