Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Λευκές Ομπρέλες για Ελέφαντες

Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Το νέο κυβερνητικό μέτρο –πρόταση κατά της φοροδιαφυγής σαφές. Στις συναλλαγές… πλαστική κάρτα πληρωμής. Μόνο.
Η αντίδραση των κοινωνικών βαρωνιών… σαφέστερη. Και… αναμενόμενη. Νόμος του εκκρεμούς αυτό.
Και, όπως συμβαίνει πάντα στις περιπτώσεις που το σύστημα βρίσκεται σε κρίση ή …(ψευδο)σύγκρουση αναζητά… και βρίσκει, ασφαλώς, την διέξοδο. Πρόθυμοι για την βρώμικη, όπως λέμε, δουλειά ουκ ολίγοι. Στην περίπτωσή μας: η συμπαθής φοράδα. Που άνευ αιδούς και αναστολής «ανακουφίζεται», ανέτως, έξω από το Γενί Τζαμί.
Και, τούτου… συμβαίνοντος οι λεγόμενοι… και «ελέφαντες», χαρωποί, αδιάφοροι και υπό λευκά «σκιάδια» οδεύουν στον δρόμο για το Κατμαντού.
Οι καιροί, λένε, ου μενετοί. Προς τούτοις… η δραστηριοποιούμενη πέριξ του Κολωνακίου («Κολωνάκια» και «Κολωνακιώτες» –γι’ αυτούς κύρια ο λόγος –δραστηριοποιούνται σε κάθε Πόλη και Νομό, σε κάθε Δήμο και Δοβλέτι) αριστοκρατία των «ακριβών» επαγγελματικών τάξεων (συντεχνία, κάστα, φάρα, μάγγα, «λειτουργοί» του …Υψίστου –πέστε τους όπως θέλετε –) συνεπέστατη στο είναι της. Δεν χαμπαριάζει τίποτα και κανένα. Και συνεχίζει… αυτονοήτως, απτόητη το δικό της πάρτυ.
Ο Αρχηγός. Ο Ένας. Η γκλαμουριά στη λιμουζίνα. Με μαύρο μαλλί, γυαλί μέγκλα και κουστουμιά πρώτης μαύρη… έτοιμος για την «παράσταση». Και τις …λευκές νύχτες.

Και ο ίδιος, ρόλος δεύτερος αυτός, Άρχων Μέγας (κι Αρχιμανδρίτης…). Εκπρόσωπος της αναγκαίας πλην …συμπαθούς (Θου, Κύριε φυλακί… τι φυλακή… Δομοκός) ομάδας μαθητών του …Δύστυχου Ιπποκράτη. Να «εκλιπαρεί» (λέμε τώρα) διακριτήν αντιμετώπιση για την επιβίωση της πενόμενης τάξης του (για «Κολωνακιώτες», μιλάμε). Και, τούτου δοθέντος (νάτο το σφαχτό αρνί που λέγαμε) οι εξοφλήσεις των παρεχομένων υπηρεσιών με …ζεστό, μετρητό παρά πια (άμεσα χρησιμοποιούμενο και μετρήσιμο).
«Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν».
Κυνισμός; Αναλγησία; Εκμετάλλευση; …Άγνοια, διαπλοκή, θρασύτητα, ιδιοτέλεια; Επαγγελματικός αμοραλισμός; Μαριαντουανετισμός; Ή απλά αλαζονεία, απαξία, εγωπάθεια; Τι από όλα;
Ποιος ξέρει, φίλε. Ποιος ξέρει. Μπορεί… μπορεί και μόνο τα πολλά. Μπορεί και όλα. Δεν ξέρω. Εγώ δεν ξέρω, φίλε, να βρω ένα πράσινο φύλλο στο δάσος. Τι να σου πω, τώρα, φίλε. Δεν ξέρω. Όμως, εκείνο που ξέρω καλά, φίλε, είναι πως όσο…
Όσο η εξαθλίωση, όσο η προσβολή, η φτώχεια, ο ακρωτηριασμός της αξιοπρέπειας. Όσο ο θάνατος πτηνών, αυγών, αιγών και δέντρων… Όσο η οξείδωση των υδάτων, τα δάκρυα της Ανδρομάχης, η πελατειακή ηθική και η αισθητική του γκρίζου, αφήνουν ασυγκίνητο το «καταπέτασμα»… λειτουργώντας ερήμην της ισορροπίας των ουρανίων σωμάτων… και της Ανδρομέδας...
Κι ακόμα όσο το εγώ, τα θηριώδη ισοδύναμα, το κλάμα του παιδιού, ο κοπετός της μάνας… Όσο το μαραμένο, το λευκό, το γιασεμί… Όσο το γκρίζο σύννεφο, όσο ο σπασμένος κάβος και το τσακισμένο φτερό του γλάρου… γίνονται σιγά –σιγά μια αποδεκτή πραγματικότητα, εμείς… εμείς οι σαλοί του σήμερα –Δροσουλίτες της Περιμπανού –θα μαζεύουμε από την άσφαλτο και τα καντούνια, ζευγάρια πεθαμένα λευκά περιστέρια. Νύφες… και γαμπρούς.
Φτωχός και θρήσκος προσευχότανε τρεις φορές την ημέρα, για χρόνια πολλά, στον Άγιο να τον βοηθήσει να κερδίσει το λαχείο. Κάποια στιγμή, βαριεστημένος, κουρασμένος, μπαϊλντισμένος, ο Άγιος, του παραγγέλνει. «Αγόρασε κάποια στιγμή, ένα λαχείο, Χριστιανέ μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου