Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Τι πράμα είναι, ρε παππού, οι εκλογές;

Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Μέρες πολλές μετά την κάλπη, που φρόνιμα και σκόπιμα πολλοί τις λένε και εκλογές, αναρωτήθηκες.
Και τώρα… τώρα που τα πάντα είναι πάλι μία από τα ίδια, τι γίνεται; Τις πταίει; Το ερώτημα… αμείλικτο, ως είθισται. Ζόρικο μέχρι και ολίγον… ύποπτο. Αλλά κι η απάντηση, άμεση, σαφής, κατανοητή και… αναλόγου ύφους. Φταίει… ο Χατζηπετρής. Και ξεμπερδεύεις… έτσι απλά.
Τελικά, αφού «…όλα τριγύρω αλλάζουνε» πως και γιατί «όλο τα ίδια μένουν»; …παππού; (Αυτά ο Μώμος… Ο μικρός Δημήτρης, που ξεφυτρώνει παντού). Όμως, τι… γιατί, πια και πώς ν’ αλλάξουνε; Υπόγειες οι διαδρομές των υδάτων. Τι, λες λοιπόν, πάλι παππού;
Ίδιο το καλέμι που κρατάνε, ίδιος ο μαύρος γρανίτης που χτυπάνε, ίδιος ο χρόνος που τον χτυπάνε, ίδια η δύναμη που βάζουνε, παππού. Ποιος, λοιπόν, και γιατί να πιστέψει πως θα τον ρηγματώσουνε; Κατά πως τώρα λένε πως τα μετράνε, λένε πως τα θέλουνε και λένε πως τα μπορούνε;

Ραχούλες, (Δημήτρη), ραχούλες… (Τίτλος άρθρου του Κ. Ζουράρι στην Εφ. Συν. 18/9/15). Από γεννησιμιού τους (γνωστό τοις πάσι) τα τσακάλια της κλεφτουριάς, ξέρανε, καλά τι έπρεπε να κάνουνε για να επιβιώσουν… Δύσκολοι οι καιροί.
Έτσι, ποτέ δεν χτυπούσαν στα ίσα και στα κουτουρού. Τους ανίκητους σε κάμπους και στα ισώματα Σπαχήδες (επίλεκτο σώμα Ιππέων των Οθωμανών). Φρόντιζαν, πάντα με πονηριά και με κόλπα ζόρικα, που κάνουν ακόμα και σήμερα στις Ινδίες, να τους «ανεβάζουν» στις Ραχούλες. Όπου εκεί, ξέροντας τα τόπια, τις ρούγες και τα κατατόπια… τους έστελναν γρήγορα και παστρικά αδιάβαστους μάρτυρες στον Προφήτη. Και στις εβδομήντα δύο παρθένες… Ραχούλες, ο λοιπόν, Δημήτρη… Ραχούλες… Αλλά… πούντες… Πού ‘ναι κι η κλεφτουριά… Ο Μπότσαρης. Η Δέσπω… τα μπροστινά του Καραΐσκου, ο Άγιος Λαυρέντιος Μαγνησίας… Γιατί οι Σπαχήδες… μιλιούνια…
– Τι ψάχνεις, παππού; – Το «πορτοφόλι μου». – Εδώ το έχασες; – Δεν ξέρω. – Τότε γιατί ψάχνεις, εδώ, παππού; – Μα εδώ έχει φως, Δημήτρη.
Τώρα, για τον Σίσυφο, καλά μου τα λες, παππού. Μ’ αρέσει η ιστορία του. Μαζί του… Όμως, καιρός είναι πια και να τα «καταφέρει» με τον Βράχο… Δεν νομίζεις; Μία είναι η ζωή που έχουμε… έτσι, δεν είναι, παππού;
Και δεν χρειάζεται να μου λες συνέχεια, παππού, πως όταν μεγαλώσω θα καταλάβω πως καμιά «άκαφτη βάτος» δεν παραμένει για πάντα άκαφτη. Το λένε κι οι ροδιές. Το βλέπω. Το λένε και τα κυπαρίσσια. Το βλέπω. Κι ας μουγκανίζουμε οι Μινώταυροι.
Κι όσο έλεγε αυτά ο Δημήτρης, συνέχιζε να σχεδιάζει ένα Ο. Τώρα, μηδέν ήτανε; Ό-μικρον ήτανε; Πάντως κάτι… καθόλου μεγάλο. Αυτό, ίσως, θα κατάλαβε πως είναι… όλα αυτά που του εξηγούσα, με τον τρόπο μου, για τις εκλογές. Ένα Μηδέν... Μπορεί και κάλπικο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου