Για το παρόν του μελλοντικού μας «μηδέν»
Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης
Η συνάντηση – στον Πύργο – τυχαία. Παλιός Αγιαναργυριώτης και φίλος, συνταξιούχος εδώ και αρκετά χρόνια, έβρισκε, όπως είπε, τον Πύργο Βασιλίσσης (νυν Πάρκο Τρίτση) ιδανικό χώρο για τον αναγκαίο περίπατο. Κι έτσι συνοδοιπορήσαμε για πολύ.
Κουβέντα στην κουβέντα, φυσικά για τα περασμένα ανεπιστρεπτί παλιά, το μυαλό χωρίς καμιά προειδοποίηση, έτσι απλά και «ανεπαίσθητα» βγήκε από τις γραμμές του τραίνου. Έτσι απλά και «ανεπαίσθητα» με εκείνες τις περίεργες και ανερμήνευτες διαδρομές του, σαν ροή νερού σε ρυάκι, μας οδήγησε, με αφηγητή – πρωταγωνιστή πάντα τον φίλο, κάπου μακριά αλλά και «μακριά» από τη συζήτηση για τα παλιά. Στην, για πολλούς και για μένα, ονειρική Μονεμβάσια και στον κοντινό Άγιο Φωκά, με τα δεκαοχτώ, καθόλου κακό χωριό, όλα κι όλα σπίτια του. Το τοπίο, πίνακας του Θεόφιλου, συμπλήρωνε ένα λευκό εκκλησάκι με το κοιμητήρι του χωριού, σοφά – και τα δύο – τοποθετημένα, πάνω από τις αποχρώσεις – χίλιες – του μπλε – μπροστά απλωμένου – Μυρτώου.
Πάραυτα, «Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου», μας είπε πως είπε στον εαυτό του, συγκλονισμένος από την θέα ο φίλος. Και ευθύς, ως ορθολογιστής (ναι) και πραγματιστής (ναι, ναι…) εξέφρασε επιθυμίαν μεγάλη για ένα «άλμα πιο γρήγορο από την φθορά» (Οδ. Ελύτης).
Έτσι απλά και μετά λόγου γνώσεως, ο πραγματιστής φίλος ζήτησε η μετά την (όταν…) «απόσυρσή του» εναπόθεση να γίνει σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. Και υποψιασμένος για τα – σιωπή εμείς – πιθανά ερωτήματα συνέχισε με απάντηση προς εμένα.
Κουβέντα στην κουβέντα, φυσικά για τα περασμένα ανεπιστρεπτί παλιά, το μυαλό χωρίς καμιά προειδοποίηση, έτσι απλά και «ανεπαίσθητα» βγήκε από τις γραμμές του τραίνου. Έτσι απλά και «ανεπαίσθητα» με εκείνες τις περίεργες και ανερμήνευτες διαδρομές του, σαν ροή νερού σε ρυάκι, μας οδήγησε, με αφηγητή – πρωταγωνιστή πάντα τον φίλο, κάπου μακριά αλλά και «μακριά» από τη συζήτηση για τα παλιά. Στην, για πολλούς και για μένα, ονειρική Μονεμβάσια και στον κοντινό Άγιο Φωκά, με τα δεκαοχτώ, καθόλου κακό χωριό, όλα κι όλα σπίτια του. Το τοπίο, πίνακας του Θεόφιλου, συμπλήρωνε ένα λευκό εκκλησάκι με το κοιμητήρι του χωριού, σοφά – και τα δύο – τοποθετημένα, πάνω από τις αποχρώσεις – χίλιες – του μπλε – μπροστά απλωμένου – Μυρτώου.
Πάραυτα, «Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου», μας είπε πως είπε στον εαυτό του, συγκλονισμένος από την θέα ο φίλος. Και ευθύς, ως ορθολογιστής (ναι) και πραγματιστής (ναι, ναι…) εξέφρασε επιθυμίαν μεγάλη για ένα «άλμα πιο γρήγορο από την φθορά» (Οδ. Ελύτης).
Έτσι απλά και μετά λόγου γνώσεως, ο πραγματιστής φίλος ζήτησε η μετά την (όταν…) «απόσυρσή του» εναπόθεση να γίνει σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. Και υποψιασμένος για τα – σιωπή εμείς – πιθανά ερωτήματα συνέχισε με απάντηση προς εμένα.













