Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

καλή αντάμωση στα γουναράδικα...

Το παρακάτω κείμενο είχε γραφτεί τον Μάρτιο του 2009, με νωπό ακόμα τον Δεκέμβρη του 2008. Δεν θα συμφωνήσω με την τρέχουσα φιλολογία η οποία με ευκολία χαρακτηρίζει τις σύγχρονες μορφές βίας / σύγκρουσης αποκλειστικά και ευθέως υποκινούμενες από την ασφάλεια, χωρίς να παραγνωρίζω καθόλου το διαβλητό αυτών των χώρων από κάθε είδους χαφιέ και ασφαλίτη. Η νεανική, και όχι μόνο, καταφυγή στη βία είναι παρούσα σε κάθε μητρόπολη του κόσμου είτε μπορούμε να την εξηγήσουμε είτε όχι. Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: μπορούμε όλοι/όλες εμείς να συνθέσουμε ένα νέο τοπίο, ένα νέο όραμα τόσο αποτελεσματικό και συνεκτικό ώστε να μη μετατρέπεται η οργή σε αδιαφοροποίητο μίσος κατά πάντων;
Μάρτης 2009
Ναι, έχει δίκιο το σύνθημα στον τοίχο. Η Βάρκιζα τελείωσε! Όχι όμως γιατί έχει ξεκινήσει ένας νέος ταξικός εμφύλιος πόλεμος, όπως σημειώνει παρακάτω, αλλά γιατί έχουν αναδυθεί στο προσκήνιο γενιές που δεν κουβαλάνε στην πλάτη τους την ήττα του εμφυλίου και κινούνται με άλλον αέρα, ίσως και με θράσος. Η εξαιρετικά δύσκολη πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση έχει ανοίξει το καπάκι και όλες οι δυνάμεις έχουν απελευθερωθεί.
Την τεράστια κρίση καλούνται να διαχειριστούν αυτοί ακριβώς που τη δημιούργησαν। Και βέβαια δεν μπορούν να τη διαχειριστούν παρά επιβάλλοντας λιτότητα και αυταρχικές «λύσεις». Η καταπίεση των πληθυσμών όμως ενδέχεται να προκαλέσει και μεγάλες εκρήξεις για τις οποίες οι κρατούντες προετοιμάζονται ενώ επιχειρούν ταυτόχρονα να διαμορφώσουν αντίστοιχα και τη συλλογική συνείδηση.

΄Ισως μια πρόγευση όσων μέλλει να βιώσουμε να ήταν η εξέγερση του Δεκέμβρη. Μια εξέγερση αυθόρμητη, οργισμένη, σαρωτική. Μια εξέγερση με ρίζες στους αγώνες και τις αντιστάσεις των προηγούμενων χρόνων. Τα σύγχρονα «Δεκεμβριανά» έθεσαν σε κατάσταση συναγερμού το βαθύ κράτος, τα παρακλάδια αυτού καθώς και τα δημοσιογραφικά και πολιτικά του υποστηρίγματα με αποτέλεσμα οι απαντήσεις απέναντι στην απειλή της εξέγερσης να δρομολογηθούν τάχιστα. Δεν θα επιμείνουμε σε αυτό το σημείο μια και όλοι και όλες παρακολουθούμε σχεδόν καθημερινά τον κατήφορο της συμβατικής μας δημοκρατίας.
Μπορεί να αποτελέσει άραγε μια εξεγερτική στιγμή απειλή για το σύστημα; Απαντάμε θετικά αρκεί να ξεπεράσει τα όρια της έκφρασης οργής και θυμού, να οργανωθεί, να θέσει στόχους και να τους παλέψει, να φέρει αποτελέσματα, να ριζοσπαστικοποιηθεί και να ριζοσπαστικοποιήσει, να διευρύνει την απεύθυνση και τους στόχους της. Να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα: τη διαμαρτυρία, τις θεσμικές και νομικές παρεμβάσεις, τη δημιουργία αντιδομών, τις καταλήψεις, την αυτοοργάνωση, την αλληλεγγύη, την αντιπληροφόρηση και όπου χρειάζεται τη σύγκρουση. Η πραγματικότητα που βιώνουμε έχει πολλά από αυτά τα στοιχεία αλλά και πολλά άλλα ακόμα που δείχνουν αμηχανία από τη μια και αδιέξοδα από την άλλη.
Ας δούμε τα αδιέξοδα. Τα επίπεδα σύγκρουσης τους τελευταίους μήνες έχουν αυξηθεί δραματικά. Εχουμε, κατ’ αρχάς, την εμφάνιση νέων ένοπλων οργανώσεων με ενέργειες σαφώς «αναβαθμισμένες» ως προς το τελικό τους αποτέλεσμα, και σχεδόν αποκλειστικά προσανατολισμένες προς τις αστυνομικές δυνάμεις, ως τον κύριο ή ίσως το μοναδικό εχθρό. Ενέργειες που δρουν ανασταλτικά ως προς το κίνημα και μέσω της στοχοθεσίας τους αλλά και της χρονικής στιγμής που επιλέγεται. Τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες έχουμε ιστορικά προηγούμενα, στα οποία η ένοπλη πάλη τελικά «πέτυχε» την αύξηση των κατασταλτικών μηχανισμών, το διχασμό των κοινωνιών σε κρίσιμες για το κίνημα στιγμές, την υποκατάσταση σε τελική ανάλυση των μαζικών αγώνων από την «πρωτοπορία», και μέσα από τη δικαιολογία της κρίσης το χτύπημα και την καταστολή μαζικών πολιτικών και κοινωνικών χώρων.
Η περίοδος που διανύουμε όμως έχει ένα ακόμα χαρακτηριστικό: την ευρύτερη διάδοση συγκρουσιακών λογικών και πρακτικών που κορυφώθηκαν τον Δεκέμβρη και σήμερα συνεχίζουν πιο οργανωμένα τη δράση τους. «Μνημειώδεις» στιγμές, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που γραφόταν αυτό το κείμενο, αποτελούν η πυρπόληση των συρμών του ΗΣΑΠ, εν ώρα λειτουργίας τους, και η «λεηλασία στο ναό του θεοποιημένου εμπορεύματος: την αγορά» (σ.σ. Κολωνάκι). Την «ενέργεια» στον ΗΣΑΠ ακολούθησε μια εξίσου μνημειώδης προκήρυξη όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Ξεπαστρέψαμε λοιπόν δυο συρμούς του ΗΣΑΠ, δημιουργώντας αναστάτωση. Δεν είχαμε κανέναν ενδοιασμό να σαμποτάρουμε την διαδρομή όσων συμφιλιώνονται με την αποστειρωμένη μετακίνηση από και προς τις δουλειές τους, από και προς τα σπίτια τους, από και προς την διασκέδασή τους. Ίσως έτσι χαθεί το ψαρίσιο βλέμμα της απάθειας και της αδιαφορίας από τα πρόσωπά τους και αντικατασταθεί με ενεργητικά και ανήσυχα βλέμματα. Όσα εργοτάξια κι αν στήσουν, η ασφάλεια στις μεταφορές πλέον θα είναι αμφίβολη». Κάθε νοήμων άνθρωπος με ελάχιστη κοινωνική γείωση ανατριχιάζει στο διάβασμά της.
Επιπλέον, οι συνεχείς και με κάθε αφορμή συγκρούσεις με την αστυνομία δείχνουν τη συνειδητή ή μη επιλογή ενός τμήματος για στρατιωτικοποίηση της πάλης, ως το μόνο μέσο αντίστασης. Η σύγκρουση όμως ούτε είναι ούτε πρέπει να είναι αυταξία. Και πολύ περισσότερο όταν εμφανίζεται ως αποκλειστικό «προνόμιο» κάποιων που και εξαιρετικά μικρό επίπεδο διαβούλευσης με το κίνημα επιδεικνύουν και την υποκατάσταση του κινήματος από την «πρωτοπορία» αναζητούν. Επειδή η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή δεν μπορεί πια κανείς να κουνά μοιρολατρικά το κεφάλι με τις ειρηνικότατες διαδηλώσεις που διασφάλιζε ο αντιεξουσιαστικός χώρος όταν τις έκανε μόνος του. Μπορεί κανείς να διασφαλίσει σήμερα την ειρηνική διαδήλωση χιλιάδων διαδηλωτών με κουκούλες (σ.σ. ενάντια στον πρωτοεμφανιζόμενο τότε «κουκουλονόμο) που στόχο θα είχε την αποδόμηση και γελοιοποίηση των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων; Θλιβερή αδυναμία που αφήνει, τελικά, τα κάθε είδους φασιστοειδή να αλωνίζουν και να διαμορφώνουν την επιδιωκόμενη αίσθηση τρόμου.
Η ανάδειξη της σύγκρουσης ως αυταξίας σπρώχνει προς την αντίθετη από την επιθυμητή κατεύθυνση, τη μεγαλύτερη δηλαδή ριζοσπαστικοποίηση όχι μόνο ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και της ίδιας της αριστεράς. Οδηγεί σε αναδίπλωση την περισσότερο θεσμική αριστερά που το προηγούμενο διάστημα φάνηκε να φλερτάρει με πρακτικές που ποτέ έως σήμερα δεν είχε τολμήσει να υιοθετήσει και λειτουργεί ως δικαιολογία που εμποδίζει την ανάδυση μιας περισσότερο ζωηρής αριστεράς. Λειτουργεί ανασταλτικά και στη σύνδεση με το ριζοσπαστικοποιημένο νεανικό κομμάτι που το τελευταίο διάστημα συμμετέχει ενεργά στηρίζοντας και υπερασπίζοντας εγχειρήματα, πρωτοβουλίες και καινοτόμες κινηματικές διαδικασίες. Η πρακτική αυτή συρρικνώνει παράλληλα και τον ευρύ χώρο κοινωνικής νομιμοποίησης που έχει διαμορφωθεί, χοντρικά, την τελευταία δεκαετία μέσα από την αναζήτηση ενός νέου ριζοσπαστισμού και φάνηκε ακόμα καθαρότερα τον Δεκέμβρη. ΄Η με απλούστερα λόγια, κλείνει τον κόσμο στα σπίτια του ακόμα κι αν βλέπει τη ζωή του να διαλύεται.
Και κάτι ακόμα. Η λογική της σύγκρουσης και της βίαιης αντιπαράθεσης όπως τη ζούμε όχι μόνο την τελευταία περίοδο, εμπεριέχει από τη φύση της πολύ «αντρίλα». Αναπαράγει το στερεότυπο των ένθεν κακείθεν «παλικαριών» που συγκρούονται, που γ…. τις μάνες και τις αδελφές των αντιπάλων και πάει λέγοντας. Επειδή οι πολιτικές μας έχουν διαμορφωθεί μέσα από το πέρασμα των δεκαετιών και την οργανική ενσωμάτωση αντιλήψεων όπως αυτή του φεμινισμού, θα ήταν τουλάχιστον λυπηρό να ξαναγυρίσουμε πολλά χρόνια πίσω.
Η ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων με διάρκεια στο χρόνο είναι μια περισσότερο πολύπλοκη και μακρόχρονη διαδικασία. Και δυστυχώς δεν αρκούν οι στιγμές, γιατί τέτοιες είναι μέσα στον ιστορικό χρόνο, οι εξεγέρσεις. Σήμερα υπάρχει το δυναμικό. Είναι παρόν παντού και τολμά να τα βάλει με όλους και με όλα καταφέρνοντας σε πολλές περιπτώσεις να καταγάγει νίκες.
Το ζήτημα είναι αν το πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού θα περισταλεί σε μια ένοπλη οικονομία θανάτου, εκεί ακριβώς δηλαδή που το κράτος και οι παραφυάδες αυτού είναι πανίσχυρο και οι ιστορικές εμπειρίες γνωστές. Το πεδίο του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού είναι ανοιχτό, το έδαφος πρόσφορο, μένει να κάνουμε κάτι…

Οκτώβριος 2011
Προχθές, στις 20 του Οκτώβρη, ηττηθήκαμε όλοι. Γίναμε εκουσίως ή ακουσίως πιόνια στα χέρια ενός συστήματος που αργοπεθαίνει αλλά, τελικά, είναι αρκετά ισχυρό, ακόμα, για να μας συνθλίψει. Ζήσαμε από τη μια, την πολιτικά απαράδεκτη απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ να περιφρουρηθεί η Βουλή με ροπαλοφόρους του κόμματος, κρατώντας μακριά, ως μιάσματα(;) διαδηλωτές σωματείων, πολιτικών χώρων αλλά και τεράστια τμήματα ενός λαού που έχει αποφασίσει να αγωνιστεί. Και από την άλλη βιώσαμε τη δολοφονική επίθεση μιας ουρανόσταλτης «πρωτοπορίας» με μολότοφ και πέτρες πάνω στα σώματα δυνάμει συντρόφων/συναγωνιστών (θα επιμείνω μέχρι τέλους να αντιμετωπίζω διαφορετικά τον κόσμο από τις εκάστοτε ηγεσίες του).
Προχθές εκφράστηκε με δραματικό τρόπο η ανεπάρκεια όλων μας (κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αντιεξουσιαστικού χώρου, αναρχικών, αυτονομίας) να ανοίξουμε έναν πραγματικό δρόμο ανατροπής। Επιβάλλεται να σταματήσουμε να κρύβουμε τις ανεπάρκειές μας, χρησιμοποιώντας ως άλλοθι τις επιλογές και τα λάθη των άλλων. Σήμερα επιβάλλεται όσο ποτέ να πατήσουμε στα βήματα που όλοι κάναμε το προηγούμενο διάστημα και να βγούμε πιο σοφοί από αυτή την ήττα, γιατί ο χρόνος έχει ήδη τελειώσει.

Μυρτώ Μπολώτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου