Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Το ΣτΕ για προαστιακό

Δημόσια έργα και προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος. Εφαρμογή της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης. Κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή της βέλτιστης λύσης. Η μη επιλογή μιας τεχνικής λύσεως, βέλτιστης από περιβαλλοντική πλευρά και εφικτής, πρέπει να αιτιολογείται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Το υπό εκτέλεση έργο, με αντικείμενο την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού διαδρόμου, ανήκει στην πρώτη κατηγορία έργων της ΚΥΑ ΗΠ 15393/2332/2002 και απαιτείται η υποβολή ΜΠΕ. Στην προσβαλλόμενη ΚΥΑ, με την οποία εγκρίνονται οι περιβαλλοντικοί όροι, νομίμως επιλέγεται η λύση της μερικής υπογειοποίησης του σιδηροδρομικού διαδρόμου. Η απόφαση δεν εκδόθηκε κατά παράβαση προηγούμενης ακυρωτικής απόφασης, ενώ αντιμετωπίσθηκαν ενιαίως οι επιπτώσεις του έργου για όλο το μήκος της γραμμής και η Μ.Π.Ε. περιέχει καταγραφή και αξιολόγηση των επιπτώσεων για το οδικό δίκτυο της περιοχής. Δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο από προηγούμενες ακυρωτικές αποφάσεις. Για την έκδοση της πράξης δεν απαιτείτο η ύπαρξη ξεχωριστής συγκοινωνιακής μελέτης ή η αποτύπωση του υπάρχοντος οδικού δικτύου και των οικοδομικών τετραγώνων της περιοχής. Οι διευθετήσεις κυκλοφοριακού χαρακτήρα δεν αναφέρονται στο κύριο αντικείμενο της Μ.Π.Ε. και δεν ήταν απαραίτητη η συμμετοχή συγκοινωνιολόγου ή πολεοδόμου. Δεν έπρεπε να προηγηθεί της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή του Γ.Π.Σ. Δεν απαιτείτο να προηγηθεί άδεια της δασικής υπηρεσίας, η δε φυτοτεχνική μελέτη μπορεί να έπεται. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εξέφρασαν θετική γνώμη κατά την έγκριση της Μ.Π.Ε., και προβλέπεται ενημέρωσή τους πριν από κάθε επέμβαση. Με έννομο συμφέρον η αίτηση ακύρωσης ασκήθηκε από δημοτικές παρατάξεις. Αντίθετη μειοψηφία. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια με πράξη του Προέδρου του ΣτΕ.

Αριθμός 1296/2011
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ - ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2010, με την εξής σύνθεση: 

Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Ν. Σακελλαρίου, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Ε. Δανδουλάκη, Ε. Σαρπ, Χρ. Ράμμος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Ζόμπολας, Σπ. Μαρκάτης, Δ. Γρατσίας, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Αντ. Σταθάκης, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Χρ. Λιάκουρας, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ι. Ζόμπολας και Αντ. Σταθάκης, καθώς και ο Πάρεδρος Χρ. Λιάκουρας μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη. 
Για να δικάσει την από 10 Ιουλίου 2008 αίτηση των:
1) .................................................... για την Αθήνα, που εδρεύει στην Αθήνα (.....................), 2) ..............................................., κατοίκου Αθηνών (..................... ..), 3) ............ συζύγου ......................, κατοίκου Αθηνών (........................), 4) ..................... ......................................, κατοίκου Αθηνών (.........................), 5) ............ συζύγου ................................, κατοίκου Αθηνών (..............................., οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Κ. Τουμασάτο (Α.Μ. 4831), που τον διόρισαν με ειδικά πληρεξούσια, 6) ............... - ............................................. «..................», που εδρεύει στα Σεπόλια Αττικής (.........................) και 7) ............ χήρας .................................., κατοίκου Αθηνών (....................), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Κ. Τουμασάτο, που τον διόρισε στο ακροατήριο η .......................... για τον εαυτό της και ως Πρόεδρος του Σωματείου «.................",
κατά των Υπουργών:
1) Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, 2) Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, 3) Πολιτισμού και 4) Μεταφορών και Επικοινωνιών, οι οποίοι παρέστησαν με τον Φοίβο Ιατρέλλη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων:
1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «.......................... ...............................» (..................), που εδρεύει στην Αθήνα (...............), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Παναγιώτα Πολύζου (Α.Μ. 4767), που την διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο και 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία «.................................», που εδρεύει στην Αθήνα (...........................) και των μελών της : α) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «.................», β) ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «.....................» και γ) ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας «.................», οι οποίες παρέστησαν με τη δικηγόρο Σοφία Δημητρακοπούλου (Α.Μ. 14436), που την διόρισαν με ειδικό πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 17 Ιουλίου 2008 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδαφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 105043/10.6.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Πολιτισμού και Μεταφορών και Επικοινωνιών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Αικ. Σακελλαροπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 279574/2008 ειδικό έντυπο παραβόλου).
  2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 105043/10.6.2008 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Πολιτισμού και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία τροποποιήθηκε η 122836/2.2.2004 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία είχαν εγκριθεί οι περιβαλλοντικοί όροι για το έργο «Αναβάθμιση και Εκσυγχρονισμός του σιδηροδρομικού διαδρόμου από Σταθμό Πελοποννήσου στον Πειραιά μέχρι τις Τρεις Γέφυρες».
  3. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την από 17.7.2008 πράξη του Προέδρου Δικαστηρίου, λόγω μείζονος σπουδαιότητος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων 14 παρ. 2 εδ. α΄, 20 και 21 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
  4. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς ασκούν παρέμβαση η Κοινοπραξία «................................................» ως ανάδοχος κατασκευαστής του έργου και τα μέλη αυτής, και η εταιρεία με την επωνυμία ............................................................................ .... (.........)», στην οποία έχει ανατεθεί η εκτέλεση του έργου (βλ. ΣτΕ 3520/2006 Ολομ.).
  5. Επειδή, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) παρέχεται το δικαίωμα προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, αλλά και σε ενώσεις προσώπων, οι οποίες καθίστανται από την έννομη τάξη φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε ορισμένο κύκλο σχέσεων ή τομέα δραστηριοτήτων και προσβάλλουν διοικητική πράξη που αφορά αυτές τις σχέσεις ή δραστηριότητες. (ΣτΕ Ολομ. 4073/1979, 2302/1995, 2756/1994). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. Ι περ. β΄ και γ΄ του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), στην αρμοδιότητα των δήμων ανήκουν συγκεκριμένα θέματα του τομέα περιβάλλοντος, αλλά και η λήψη μέτρων στον τομέα της ποιότητας ζωής και εύρυθμης λειτουργίας των πόλεων και των οικισμών, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η εξασφάλιση και διαρκής βελτίωση των τεχνικών και κοινωνικών υποδομών (υποπερ. 1) και η μέριμνα και η λήψη μέτρων για την προστασία και αναβάθμιση της αισθητικής των πόλεων και των οικισμών (υποπερ. 12). Εξάλλου, οι μεν δημοτικοί συνδυασμοί αναγνωρίζονται θεσμικά από τα άρθρα 34 έως 39 και 50 έως 60 του ίδιου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ενώ με το άρθρο 94 του ως άνω Κώδικα αναγνωρίσθηκε ο θεσμός της Δημοτικής Παράταξης εντός του Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο ασκεί τις κατά το άρθρο 93 του ΔΚΚ αρμοδιότητες (μεταξύ των οποίων αποφασιστικές ή γνωμοδοτικές αρμοδιότητες σε θέματα ρυθμιστικών σχεδίων, εφαρμογής Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, ανάπλασης περιοχών, πολεοδομικών παρεμβάσεων, πολεοδομικής αναμόρφωσης προβληματικών περιοχών), ώστε, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, να υπάρχει συντονισμένη δράση των δημοτικών συμβούλων εντός του πλαισίου της δημοτικής παράταξης. Κατ’ ακολουθίαν αυτών και οι δημοτικές παρατάξεις που λειτουργούν στα πλαίσια του δημοτικού συμβουλίου και αναγνωρίζονται από τον ισχύοντα, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ΔΚΚ ως φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, της εδαφικής περιφερείας του οικείου Δήμου, έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεων που αφορούν το φυσικό και οικιστικό περιβάλλον της περιοχής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η πρώτη αιτούσα, δημοτική παράταξη του Δήμου Αθηναίων, ασκεί την κρινόμενη αίτηση με έννομο συμφέρον. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Ελ. Δανδουλάκη και Βασ. Καλαντζή οι συνδυασμοί που μετέχουν στη διαδικασία εκλογής των οργάνων διοικήσεως των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, καθώς και οι παρατάξεις που καταρτίζουν κατά τα άρθρα αυτά συνδυασμούς για τον παραπάνω σκοπό, ακόμη και αν εκπροσωπούνται στα όργανα διοικήσεως του Δήμου ή της Κοινότητας, δεν αναγνωρίζονται από το νόμο ως φορείς δικαιωμάτων στον κύκλο γενικώς των θεμάτων που αφορούν τη διαχείριση των δημοτικών ή κοινοτικών υποθέσεων και συνεπώς δεν έχουν δικαίωμα να προσβάλουν με αίτηση ακυρώσεως πράξη, η οποία δεν αφορά τους ίδιους, ούτε εμποδίζει αμέσως τη δραστηριότητά τους, κατ’ αντιστοιχία, όσων έχουν γίνει παγίως δεκτά στη συγγενή περίπτωση των πολιτικών κομμάτων. Τέλος, και οι λοιποί αιτούντες, που, κατά τα προσκομισθέντα στοιχεία, είναι εξωραϊστικός σύλλογος της συνοικίας των Σεπολίων των Αθηνών (που κατά το καταστατικό του έχει ως σκοπό τη μελέτη των προβλημάτων της περιοχής και τον εξωραϊσμό της με την εκτέλεση των έργων που απαιτούνται), δημοτικοί και διαμερισματικοί σύμβουλοι του Δήμου Αθηναίων, και κάτοικοι της περιοχής των Σεπολίων, ασκούν την κρινόμενη αίτηση με έννομο συμφέρον (ΣτΕ Ολομ. 3521/2006). Εξάλλου οι αιτούντες ομοδικούν παραδεκτώς, προβάλλοντες τους αυτούς λόγους ακυρώσεως, που στηρίζονται στην αυτή νομική και πραγματική βάση.
  6. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος (όπως αναθεωρήθηκε το 2001), ορίζονται τα εξής : «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση της πόλεως και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης…». Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και για την αρχή της αειφόρου αναπτύξεως περιέχει, εξ άλλου και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα που προβλέπει ότι η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης (άρθρο 174, ήδη άρθρο 191 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την τροποποίηση που επέφερε η Συνθήκη της Λισσαβώνας). Ενόψει της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής, εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 (Α΄ 160), με τον οποίο θεσπίζονται κανόνες, αναφερόμενοι, πλην άλλων, στις προϋποθέσεις και στη διαδικασία για την έγκριση της εγκαταστάσεως δραστηριοτήτων ή εκτελέσεως έργων, από τα οποία απειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ο νόμος αυτός, ειδικότερα στο άρθρο 3, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91), σε εναρμόνιση και με την Οδηγία 97/11/Ε.Ε., του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπει τα της κατατάξεως των έργων και δραστηριοτήτων σε τρεις κατηγορίες, και κάθε κατηγορία σε υποκατηγορίες, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ως άνω ν. 1650/1986 (ήδη άρ. 2 ν. 3010/2002), ορίζονται τα εξής : «1. α. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος απαιτείται επίσης για την τροποποίηση ή και τον εκσυγχρονισμό υφισταμένων έργων ή δραστηριοτήτων, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. β. Με την απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων η Διοίκηση επιβάλλει προϋποθέσεις, όρους, περιορισμούς και διαφοροποιήσεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας, ιδίως ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά. γ. Η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των διοικητικών πράξεων που απαιτούνται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας… 2. Για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες της πρώτης (Α΄) κατηγορίας απαιτείται υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η έγκριση περιβαλλοντικών όρων γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του συναρμόδιου Υπουργού. Ως συναρμόδιος θεωρείται ο αρμόδιος Υπουργός για το έργο ή τη δραστηριότητα. Εάν από το έργο ή τη δραστηριότητα επέρχονται επιπτώσεις σε αρχαιότητες ή σε δασικές εκτάσεις ή σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας ή στην παράκτια ή τη θαλάσσια ζώνη, τότε η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων γίνεται αντίστοιχα και από τον Υπουργό Πολιτισμού ή Γεωργίας ή Εμπορικής Ναυτιλίας ή Υγείας και Πρόνοιας…». Τέλος, στο άρθρο 5 του ίδιου ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3010/2002, προβλέπονται τα εξής: «1. Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων περιλαμβάνει τουλάχιστον : α) περιγραφή του έργου ή της δραστηριότητας με πληροφορίες για το χώρο εγκατάστασης, το σχεδιασμό και το μέγεθός του, β) περιγραφή των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το προτεινόμενο έργο ή τη δραστηριότητα, γ) εντοπισμό και αξιολόγηση των βασικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, δ) περιγραφή των μέτρων για την πρόληψη, μείωση ή αποκατάσταση των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, ε) σύνοψη των κύριων εναλλακτικών λύσεων και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής της προτεινόμενης λύσης, στ) … ζ) …». Εξάλλου, κατ’ εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 3 του ως άνω ν. 1650/1986, καθώς και σε συμμόρφωση προς την οδηγία 97/11/ΕΕ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε η κοινή απόφαση ΗΠ 15393/2332/5.8.2002 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β΄ 1022), με την οποία τα έργα και δραστηριότητες κατετάγησαν, αναλόγως των επιπτώσεών τους, σε δέκα ομάδες, κοινές για τις κατηγορίες Α΄ και Β΄, οι οποίες υποδιαιρούνται σε υποκατηγορίες (1 και 2 για την Α΄ κατηγορία, 3 και 4 για τη Β΄ κατηγορία). Σύμφωνα με τους πίνακες του Παραρτήματος της ως άνω αποφάσεως, στην 1η Υποκατηγορία της Πρώτης Κατηγορίας της Ομάδας «Ειδικά Έργα» (10η) περιλαμβάνονται «5. Υπερυψωμένοι, επιφανειακοί και υπόγειοι σιδηρόδρομοι» και «7. Έργα σιδηροδρόμων και εγκαταστάσεων μεταφόρτωσης για συνδυασμένες μεταφορές και συνδυασμένων τερματικών σταθμών». Εν όψει αυτών, το υπό εκτέλεση έργο, με αντικείμενο την ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού διαδρόμου, όπως αυτό περιγράφεται στην οικεία Μ.Π.Ε., υπάγεται στην πρώτη κατηγορία, για την οποία απαιτείται η υποβολή μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. 
  7. Επειδή, με τις ανωτέρω παρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη αξία το οικιστικό, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται η ποιότητα ζωής και η υγεία των κατοίκων των πόλεων και των οικισμών. Για την προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος, ειδικότερα, υφίσταται υποχρέωση της πολιτείας για την αναβάθμισή του και τη διαμόρφωση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως των πολιτών. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών επιβάλλεται η λήψη νομοθετικών και διοικητικών μέτρων που συντελούν στην αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος, προς το σκοπό της βελτίωσης της ποιότητας ζωής, πάντως δε απαγορεύεται η λήψη μέτρων που επιφέρουν την επιδείνωσή του. Κατά τη λήψη των ως άνω μέτρων, τα αρμόδια όργανα οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η οικονομική ανάπτυξη, η ανάγκη εκτελέσεως σημαντικών έργων υποδομής κ.λπ., η στάθμιση όμως πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο συνταγματικός, αλλά και ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά τη στάθμιση αυτή τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό, οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον και να επιλέγουν, μεταξύ περισσοτέρων εναλλακτικών λύσεων, τη βέλτιστη από περιβαλλοντική πλευρά ή και να μην παρέχουν έγκριση για την εκτέλεση του έργου, αν οι επαπειλούμενες δυσμενείς συνέπειες υπερακοντίζουν τα οφέλη από τη λειτουργία του έργου. Πρέπει, συνεπώς, να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται επαρκώς, ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας του συγκεκριμένου έργου και ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος που θα εξυπηρετηθεί από αυτό, δεδομένου ότι η στάθμιση συναρτάται με το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης βλάβης και τη φύση της εξυπηρετούμενης με το έργο ανάγκης. Κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου των σχετικών διοικητικών πράξεων, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής της αρχής της πρόληψης αλλά και γενικότερων κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος (συνταγματικών και κοινών) ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία και, γενικότερα, αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις ανωτέρω αρχές. Από τις αρχές αυτές, ειδικότερα, συνάγεται ότι, όταν πρόκειται να κατασκευασθούν μεγάλα τεχνικά έργα, σημαντικά για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, σε σύνθετο περιβάλλον, όπως το οικιστικό, επιβάλλεται η συνύπαρξή τους με άλλα έργα και δραστηριότητες, χαρακτηριστικά της λειτουργίας των οικισμών. Στις περιπτώσεις αυτές η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης επιτάσσει τον προγραμματισμό και συντονισμό όλων των αναγκαίων παρεμβάσεων, ώστε να επιτυγχάνεται η βέλτιστη συνύπαρξη και λειτουργικότητα των υφισταμένων και των νέων εγκαταστάσεων και υποδομών προς όφελος των συνθηκών διαβιώσεως των κατοίκων. Ο κατά την ανωτέρω έννοια βέλτιστος χαρακτήρας μιας λύσεως κρίνεται, ενόψει και των γενικών και ειδικών τεχνικών δυνατοτήτων που προσφέρονται για την υλοποίησή της, καθώς και του επιπέδου των διαθέσιμων προς τούτο οικονομικών μέσων, η στάθμιση δε των ανωτέρω δεδομένων γίνεται κατά τους κανόνες των οικείων επιστημών, ώστε να επιλέγεται η λύση που κρίνεται εφικτή από τις παραπάνω απόψεις και συνεπάγεται τις λιγότερες δυνατές δυσμενείς επιπτώσεις για το φυσικό και οικιστικό περιβάλλον. Η μη επιλογή, πάντως, μιας τεχνικής λύσεως, η οποία κρίνεται βέλτιστη από περιβαλλοντική πλευρά και, κατ΄ αρχήν, εφικτή, πρέπει να αιτιολογείται νομίμως, ελεγχόμενη, κατά τούτο, από τον ακυρωτικό δικαστή, με την προσήκουσα παράθεση και τεκμηρίωση αντικειμενικών, ειδικών και συγκεκριμένων λόγων, αναγόμενων επίσης στην προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και στην εξυπηρέτηση συναφών κοινωνικών αναγκών, οι οποίοι κρίνονται, τόσο σοβαροί, ώστε να μην μπορούν να αρθούν μέσα σε εύλογο χρόνο με προγραμματισμό και συντονισμό της δράσης όλων των εμπλεκομένων φορέων, συνεκτιμωμένου του επείγοντος χαρακτήρα των δημοσίου συμφέροντος αναγκών που θα εξυπηρετήσει το έργο (ΣτΕ Ολομ. 3520/2006). 
  8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το αντικείμενο του έργου, στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, συνίσταται στην ανάπτυξη του υφισταμένου σιδηροδρομικού διαδρόμου σε μήκος 11,7 χλμ. περίπου, από το Σταθμό Πελοποννήσου στον Πειραιά (Χ.Θ. 1+488) μέχρι τις Τρεις Γέφυρες Χ.Θ. 13+179), διαμέσου των ορίων των Δήμων Πειραιά, Ρέντη, Ταύρου και Αθηναίων, ενώ σε ένα πολύ μικρό μήκος, περί το πέρας του, εισέρχεται στα διοικητικά όρια και του Δήμου Αγίων Αναργύρων, με κύριο στόχο αφενός την αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό του ως άνω σιδηροδρομικού διαδρόμου, ώστε να είναι δυνατή η εξυπηρέτηση των αυξημένων υπεραστικών και προαστικών δρομολογίων και αφετέρου την ανεξαρτητοποίηση και την απεμπλοκή της σιδηροδρομικής γραμμής από το εγκάρσιο οδικό δίκτυο. Οι αρχικοί περιβαλλοντικοί όροι του έργου ακυρώθηκαν με την 2805/2002 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το μέρος που αφορούσαν στα τμήματα του σιδηροδρομικού διαδρόμου που εμπίπτουν στα διοικητικά όρια του Δήμου Αθηναίων, με την αιτιολογία ότι οι σχετικές Μ.Π.Ε. δεν περιείχαν εξέταση καμιάς απολύτως εναλλακτικής λύσεως ως προς τον τρόπο κατασκευής του έργου, όπως λ.χ. την υπογειοποίησή του. Ακολούθησε η έκδοση νέας πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων (κυα 122836/2.2.2004), η οποία και πάλι ακυρώθηκε, με την 3520/2006 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, ως προς το τμήμα του σιδηροδρομικού άξονα που εμπίπτει στα διοικητικά όρια του Δήμου Αθηναίων, διότι η επιχειρηθείσα από τη Διοίκηση εξέταση εναλλακτικών λύσεων για την πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε ως πλημμελώς αιτιολογημένη, ως προς την εξέταση των εναλλακτικών λύσεων και δη ως προς τον αποκλεισμό της εναλλακτικής λύσεως της υπογειοποιήσεως, η οποία είχε κριθεί ως βέλτιστη περιβαλλοντικά και κατ’ αρχήν εφικτή, σύμφωνα με την οικεία Μ.Π.Ε. Στη συνέχεια και σε συμμόρφωση προς την ως άνω ακυρωτική απόφαση, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 105043/10.6.2008 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίνονται και πάλι περιβαλλοντικοί όροι για το επίμαχο έργο. Στη νέα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (του 2007) που συνοδεύει την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, μετά από έκθεση και επανεκτίμηση των εναλλακτικών δυνατοτήτων κατασκευής του έργου (παρ. 3.1, σελ. 27-34), παρουσιάζονται οι επιλεγείσες μεταβολές στο σχεδιασμό του έργου εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αθηναίων (Χ.Θ. 7+700 έως Χ.Θ. 12+949). Οι μεταβολές αυτές συνίστανται κυρίως στον υποβιβασμό του σιδηροδρομικού άξονα στο τμήμα μεταξύ των οδών Π. Ράλλη και Λένορμαν και στο τμήμα μεταξύ των οδών Κονίτσης και Νιρβάνα, στην πλήρη κάλυψη του σιδηροδρομικού άξονα στο τμήμα μεταξύ των οδών Ορφέως και Ιεράς οδού (περιοχή Βοτανικού), στην πλήρη κάλυψη του σιδηροδρομικού άξονα μεταξύ των οδών Σιώκου και Σεπολίων, στην κατάργηση του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θυμαρακίων και στην ανάπτυξη του Σιδηροδρομικού Σταθμού Βοτανικού στην περιοχή του υφιστάμενου Σιδηροδρομικού Σταθμού Ρουφ (δημιουργία Σιδηροδρομικού Σταθμού Ρουφ-Βοτανικός). Συνολικά υποβιβάζεται ο σιδηροδρομικός άξονας σε μήκος 2.148 μ., δηλαδή στο 41% του μήκους του υπό μελέτη τμήματος (μήκους 5.249 μ.), καλύπτεται πλήρως ο σιδηροδρομικός άξονας μεταξύ των οδών Ορφέως - Ιεράς οδού και Σεπολίων - Ζορμπά σε μήκος 1.844 μ., δηλαδή στο 35,2% του μήκους του υπό μελέτη τμήματος (μήκους 5.249 μ.) και τελικά το σύνολο του υποβιβασμένου και καλυμμένου τμήματος ανέρχεται στο 76% του συνολικού τμήματος του υπό μελέτη τμήματος (από το Ρουφ έως τις Τρεις Γέφυρες, Χ.Θ. 7+700 έως 12+949). Το έργο της πλήρους κάλυψης, όπου προβλέπεται, θα κατασκευασθεί με τη μέθοδο του ανοιχτού ορύγματος και της κάλυψης και επίχωσης (Cut & Cover). Εντός της ζώνης κατάληψης του έργου υπάρχουν, κατά τη Μ.Π.Ε., 1.716 δένδρα και θάμνοι με ύψος μεγαλύτερο των 2μ., που εντοπίζονται αφενός εντός της ιδιοκτησίας του Ο.Σ.Ε. και αφετέρου εκτός της ιδιοκτησίας αυτής, με εξαιρετικά μεταβαλλόμενη κατανομή σε όλο το μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής. Από τις σημαντικότερες εστίες αστικού πρασίνου που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή θεωρούνται οι φυτοτεχνικές διαμορφώσεις της οδού Κωνσταντινουπόλεως και του πάρκου Ηρώων, πλησίον της συμβολής της σιδηροδρομικής γραμμής με την οδό Π. Ράλλη, οι δε δενδροστοιχίες που έχουν αναπτυχθεί από τη μιά και την άλλη πλευρά της ιδιοκτησίας του Ο.Σ.Ε. αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία του τοπίου και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί αξιόλογη ανάπτυξή τους. Από τα ανωτέρω 1.716 δένδρα θα αποψιλωθούν, σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε., κατά την κατασκευή του έργου 1.464, η επίπτωση δε αυτή χαρακτηρίζεται από τη Μ.Π.Ε. ως ασθενής και μερικώς ανατάξιμη, δεδομένης της ιδιαίτερης βαρύτητας που δίνεται στη διαμόρφωση του προς αποκατάσταση χώρου και στη λήψη μέτρων αποκαταστάσεως μετά την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών έργων. Στόχος του έργου, κατά τη Μ.Π.Ε., είναι η απρόσκοπτη ανάπτυξη δενδρωδών και θαμνωδών ειδών κατά τη φάση λειτουργίας του έργου και η αναβάθμιση του πρασίνου της ευρύτερης περιοχής, σκοπός δε του σχεδιασμού είναι να δημιουργηθεί τελικώς θετικό ισοζύγιο πρασίνου. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι με τον προτεινόμενο υποβιβασμό και την κάλυψη τμημάτων του σιδηροδρομικού άξονα και, συγκεκριμένα, από την οδό Ορφέως έως την Ιερά Οδό και από την οδό Σεπολίων έως την οδό Ζορμπά αναμένεται να δημιουργηθούν επιμήκεις ζώνες πρασίνου μήκους 610 μ. και πλάτους 16 μ. και 1.234 μ. και 18 μ., αντίστοιχα, με συνολική επιφάνεια περίπου 30 στρεμμάτων. Πρόσθετες επιφάνειες προς εγκατάσταση αστικού πρασίνου δημιουργούνται και άνωθεν του Κυκλοβόρου αγωγού, μεταξύ της Ιεράς οδού και της οδού Λένορμαν, καθώς και εντός του Σ.Σ. Σταθμού Αθηνών, με αποτέλεσμα να αναμένονται και θετικές επιδράσεις στη βλάστηση, χλωρίδα και πανίδα. Ειδικότερα, στο σύνολο των επιφανειών που προορίζονται για φύτευση μετά την κατασκευή του έργου εκτιμάται, κατά τη Μ.Π.Ε., ότι θα φυτευθούν περί τα 2.310 δέντρα και περί τους 2.250 θάμνους, ώστε το ισοζύγιο ανάμεσα στα φυτά που θα απομακρυνθούν και αυτά που μπορούν να φυτευθούν να αποβαίνει απόλυτα θετικό υπέρ των τελευταίων. Η Μ.Π.Ε. παρουσιάζει, ειδικότερα, ορισμένα είδη δένδρων ή θάμνων (κουκουναριά, κοινό πεύκο, κυπαρίσσι, βελανιδιά, μουριές, αμυγδαλιές, χαρουπιές, κουτσουπιές, ροδιές, τζιτζιφιές, σφένδαμοι, ακακίες κλπ.), που μπορούν να φυτευθούν στις περιοχές που βρίσκονται πάνω από το τμήμα του σιδηροδρομικού διαδρόμου που θα υποβιβασθεί και θα καλυφθεί. Στο τμήμα αυτό υπάρχουν σημεία όπου το βάθος της οροφής του διαδρόμου (κάτω από το επίπεδο του φυσικού εδάφους) υπερβαίνει τα 4 μ., η δε πρόνοια της Μ.Π.Ε. ότι πάνω από την οροφή της υπόγειας σήραγγας πρέπει να τοποθετηθεί γόνιμο κηπευτικό χώμα "τουλάχιστον" 0,60 μ. (σελ. 191) δεν αφορά στο μέγιστο, αλλά στο ελάχιστο πάχος του χώματος που θα τοποθετηθεί, ώστε να είναι δυνατή η ανάπτυξη και μεγάλων δένδρων, αντίστοιχων σε είδος, ύψος και ηλικία με αυτά που θα αποψιλωθούν κατά την κατασκευή του έργου. Εκτεταμένη αναφορά στα ζητήματα αποκαταστάσεως των συνεπειών από την αποψίλωση της βλάστησης στη ζώνη καταλήψεως των έργων γίνεται και από την προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων (όρος 38). Σύμφωνα με αυτήν, επιβάλλεται να γίνει φύτευση, ύστερα από εκπόνηση ειδικών φυτοτεχνικών μελετών και σύμφωνα με τις προτάσεις και τα συμπεράσματα της Μ.Π.Ε., των επιφανειών που προορίζονται για το σκοπό αυτόν (καλυμμένη επιφάνεια σιδηροδρομικού διαδρόμου, ανισόπεδες διαβάσεις, χώροι απόθεσης, αποβάθρες σταθμών). Συγκεκριμένα, επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, η αντικατάσταση της ζώνης πρασίνου εντός της ζώνης του σιδηροδρομικού διαδρόμου ή στα πρανή της υφιστάμενης γραμμής με νέους χώρους πρασίνου, β) η διαμόρφωση των ελεύθερων χώρων και η μετατροπή τους, κατά το δυνατόν, σε χώρους πρασίνου (κυρίως των ελεύθερων επιφανειών του έργου και των βοηθητικών χώρων εξυπηρετήσεως επιβατών) και γ) η δημιουργία αστικού πρασίνου υψηλής αισθητικής αξίας, προσαρμοσμένου στις βιοκλιματικές συνθήκες, με επιλογή ειδών που ανήκουν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους σε ενδημικά είδη. Ειδικά για το επίδικο τμήμα Ρουφ - Τρεις Γέφυρες επιβάλλεται, επιπλέον, πριν από την κοπή των δέντρων, να εξαντλείται η δυνατότητα μετεγκαταστάσεώς τους σε νέα θέση, μετά από εξέταση από ειδικό επιστήμονα. Αντίστοιχα, με την 1565/30.6.2008 απόφαση του Διευθυντή Δασών Αθηνών εγκρίνεται, παράλληλα με την υλοτομία, η μεταφύτευση των δένδρων που βρίσκονται στη ζώνη καταλήψεως του έργου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την από Ιανουαρίου 2009 φυτοτεχνική μελέτη διαχειρίσεως χώρων πρασίνου του έργου, που εκπονήθηκε από τον ..........., ο αριθμός των 1.464 δένδρων, που προβλεπόταν από τη Μ.Π.Ε. ότι θα αποψιλωθούν, μειώνεται κατά το στάδιο εκτελέσεως του έργου σημαντικά, δεδομένου ότι από τα δένδρα αυτά τελικώς δεν θα επηρεασθούν τα 577, 237 θα μεταφυτευθούν, ενώ θα αποψιλωθούν τα 340. Στην ίδια φυτοτεχνική μελέτη παρατίθεται πίνακας φυτεύσεως νέων δένδρων και θάμνων στους χώρους πρασίνου που θα δημιουργηθούν, βάσει της Μ.Π.Ε., μετά την ολοκλήρωση των έργων, από τον οποίο προκύπτει α) ότι στην περιοχή από το Σ.Σ. Ρουφ έως την οδό Λένορμαν δημιουργούνται νέοι χώροι 9.000 τ.μ., που διατίθενται για φύτευση 900 νέων δένδρων, 1.800 θάμνων μεγαλύτερων των 2 μ. και 1.940 ακόμη φυτών, καθώς και νέα λωρίδα πρασίνου, μήκους 1.700 μ., με 566 νέα δένδρα προς φύτευση? β) ότι στην περιοχή Σ.Σ. Αθηνών/Λένορμαν έως την οδό Σεπολίων προκύπτουν νέοι χώροι 9.600 τ.μ., όπου θα φυτευθούν 960 νέα δένδρα, 1.920 θάμνοι μεγαλύτεροι των 2 μ. και 2.072 λοιπά φυτά, καθώς και νέα λωρίδα πρασίνου, μήκους 1400 μ., με 467 νέα δένδρα προς φύτευση? και γ) ότι στην περιοχή από την οδό Σεπολίων έως τις Τρεις Γέφυρες προκύπτουν νέοι χώροι 17.400 τ.μ., όπου θα φυτευθούν 1.740 νέα δένδρα, 3.480 θάμνοι μεγαλύτεροι των 2 μ. και 3.755 λοιπά φυτά, καθώς και νέα λωρίδα πρασίνου, μήκους 1400 μ., με 400 νέα δένδρα προς φύτευση. Οι ως άνω νέοι χώροι πρασίνου προσδιορίζονται στα σχέδια της προαναφερθείσης φυτοτεχνικής μελέτης. Εξάλλου, από τη Μ.Π.Ε. προκύπτει ότι η λύση του υποβιβασμού του σιδηροδρομικού διαδρόμου που έχει επιλεγεί για την κατασκευή του και η διατήρηση των υφισταμένων ισόπεδων διασταυρώσεων θα έχει ιδιαίτερα θετικές επιδράσεις στην κυκλοφοριακή απόδοση του οδικού δικτύου. Γενικά, η λύση του υποβιβασμού του σιδηροδρομικού άξονα θα έχει ως αποτέλεσμα την ανεξαρτητοποίηση του οδικού δικτύου της περιοχής από το σιδηροδρομικό διάδρομο και, συνεπώς, την άμβλυνση των κυκλοφοριακών προβλημάτων και των προβλημάτων οδικής ασφάλειας που υφίστανται σήμερα και σχετίζονται με τις ισόπεδες οδικές διασταυρώσεις. Ως ιδιαίτερα θετικές διαγράφονται οι συνέπειες από τον υποβιβασμό του σιδηροδρομικού άξονα στη μέση ταχύτητα κυκλοφορίας του οδικού δικτύου της περιοχής, με συνέπεια την αύξηση της ταχύτητας στα οδικά τμήματα που βρίσκονται στην περιοχή και, ιδιαίτερα, στις διασταυρώσεις του σιδηροδρομικού διαδρόμου με τις οδούς Ανδρομάχης, Σεπολίων, Αγίου Μελετίου, Σιώκου, Κωνσταντινουπόλεως και Ιερά οδό, οι οποίες δεν καταργούνται. Επίσης, προβλέπεται σημαντικός αριθμός εγκάρσιων οδικών διαβάσεων ή δυνατοτήτων δημιουργίας τους στο μέλλον, οι οποίες διέρχονται πάνω από το καλυμμένο τμήμα του σιδηροδρομικού άξονα και συνδέουν τις εκατέρωθεν αστικές περιοχές, όπως των οδών Ορφέως, Παγγαίου, Ιεράς Οδού, Σεπολίων, Σωζοπόλεως, Αγίου Μελετίου, Στενημάχου, Αμβρακίας, Χρηστομάνου, Ρόδου, Μανακίου, Δαμβέργη και Σιώκου. Παράλληλα, με τον προτεινόμενο σχεδιασμό καταργείται η ισόπεδη οδική διάβαση της Λ. Καβάλας, αλλά δημιουργούνται νέες ανισόπεδες διαβάσεις στο ύψος των οδών Πέλοπος, Δομοκού και Καλλάρη (περιοχή Σ.Σ. θηνών). Ειδικότερα, στην περιοχή του Σ.Σ. Αθηνών, η υφιστάμενη οδός Σιδηροδρόμων αντικαθίσταται με παρόμοια οδική διέλευση του Σταθμού, εξερχόμενη προς τη Λ. Κωνσταντινουπόλεως. Με τον τρόπο αυτόν, αίρονται, σε μεγάλο βαθμό, τα προβλήματα, ως προς τη συνέχεια και τις λειτουργίες του πολεοδομικού ιστού που δημιουργεί η διέλευση του σιδηροδρομικού διαδρόμου μέσα από την πόλη, ενώ, παράλληλα, εξασφαλίζεται η λειτουργία του προαστιακού σιδηροδρόμου και οι θετικές επιπτώσεις που η χρήση αυτού του μέσου συνεπάγεται (βλ. και το έγγραφο ΔΜΕΟ/5641/δ/484/8.8.2007 του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.). Τέλος, η προτεινόμενη επέμβαση της εν γένει υπογειοποίησης του έργου, όπως περιγράφεται παραπάνω, επελέγη αφού λήφθηκαν υπόψη αφενός οι προτάσεις του Γ.Π.Σ. του Δήμου Αθηναίων (Υ.Α. 255/45/1988), οι στόχοι και οι κατευθύνσεις του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας (ν. 1515/1985) και η Πολεοδομική Μελέτη Αναβάθμισης των γειτονιών του 4ου Διαμερίσματος του Δήμου Αθηναίων (σελ. 28-29 Μ.Π.Ε.), αφετέρου δε οι λόγοι που οδήγησαν στην απόρριψη της λύσης της υπογειοποίησης του Σιδηροδρομικού Σταθμού Αθηνών (σελ. 30-31 Μ.Π.Ε.), οι οποίοι συνδέονται με την αισθητική εναρμόνιση του επιφανειακού σταθμού με το αστικό περιβάλλον, τη σημαντική επιβάρυνση με ατμοσφαιρικούς ρύπους μέχρις ότου καταργηθούν πλήρως οι μηχανές καύσης Diesel, σε περίπτωση υπογειοποίησης και τα εκτεταμένα τεχνικά έργα που θα απαιτούντο, που θα είχαν ως αποτέλεσμα σημαντική αύξηση του χρόνου κατασκευής και ιδιαίτερες τεχνικές δυσχέρειες στην όδευση των υφιστάμενων τεχνικών έργων ομβρίων και ακαθάρτων της ευρύτερης περιοχής. 
  9. Επειδή, από το περιεχόμενο της ως άνω Μ.Π.Ε. που συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτουν τα εξής : Καταρχήν λήφθηκαν υπόψη όλοι οι παράγοντες (περιβαλλοντικοί και τεχνικοί) που αφορούν στην κατασκευή και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του ένδικου έργου (κυρίως ως προς τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων των δυτικών συνοικιών, δηλαδή τη διάσπαση του οικιστικού ιστού και τη δημιουργία χώρων πρασίνου) και εξετάσθηκαν όλες οι εφικτές εναλλακτικές λύσεις κατασκευής του, προκρίθηκε δε αυτή της εν μέρει υπογειοποίησης του σιδηροδρομικού διαδρόμου στο μεγαλύτερο μέρος της όδευσης στα διοικητικά όρια του Δήμου Αθηναίων. Η πρόκριση της λύσης αυτής στηρίχθηκε αφενός στα σημαντικά οφέλη που συνεπάγεται για το οικιστικό και φυσικό περιβάλλον της περιοχής η μερική υπογειοποίηση του σιδηροδρομικού διαδρόμου (αποκατάσταση οικιστικού ιστού με την πρόβλεψη περισσοτέρων ισόπεδων και ανισόπεδων οδικών διαβάσεων και διαβάσεων πεζών σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση - θετικό ισοζύγιο πρασίνου κατά τη φάση λειτουργίας του έργου - δυνατότητες λύσεων αστικής ανάπλασης στα τμήματα της πλήρους υπογειοποίησης του διαδρόμου) και αφετέρου στην αιτιολογημένη καταρχήν απόρριψη της λύσης της συνολικής υπογειοποίησης. Ως προς το τελευταίο παρατίθενται συγκεκριμένοι λόγοι αποτροπής της υπογειοποίησης του Σιδηροδρομικού Σταθμού Αθηνών (λόγοι λειτουργικοί, ιστορικοί, πολεοδομικοί, αισθητικοί και αρχιτεκτονικοί) καθώς και συγκεκριμένοι λόγοι αποτροπής της πλήρους υπογειοποίησης του σιδηροδρομικού διαδρόμου στα τμήματα της ταπείνωσης αυτής, αλλά μη κάλυψή της. Με τα δεδομένα αυτά, λαμβανομένων υπόψη, ότι το σύνολο του υποβιβασμένου και καλυμμένου τμήματος ανέρχεται στο 76% του συνολικού υπό μελέτη τμήματος (από το Ρουφ έως τις Τρεις Γέφυρες, Χ.Θ. 7+700 έως 12+949), ότι για την καταρχήν αιτιολογημένη πρόκριση της λύσης της μερικής υπογειοποίησης σε σχέση με αυτήν της συνολικής υπογειοποίησης του σιδηροδρομικού διαδρόμου λήφθηκαν υπόψη λόγοι περιβαλλοντικοί και τεχνικοί και ότι από την επιλεγείσα λύση αποτρέπονται εκτεταμένες παρεμβάσεις στη φυσιογνωμία της περιοχής, αντίθετα δε βελτιώνονται οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων αυτής (ενοποίηση οικιστικού ιστού, δυνατότητες αστικής ανάπλασης), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 95 παρ. 4 του Συντάγματος και του άρθρου 50 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι η προηγούμενη ακυρωτική απόφαση δεν επέβαλε, όπως δεν θα μπορούσε άλλωστε, την επιλογή της λύσης της υπογειοποίησης, αλλά έκρινε ότι δεν είχε αιτιολογηθεί νομίμως ο αποκλεισμός της. Περαιτέρω ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι αυθαιρέτως επιχειρείται στη Μ.Π.Ε. κατάτμηση του σιδηροδρομικού διαδρόμου ως προς την εξέταση της εναλλακτικής λύσης της συνολικής υπογειοποίησης του έργου πρέπει να απορριφθεί, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της Μ.Π.Ε. προκύπτει ότι αντιμετωπίσθηκαν ενιαίως οι επιπτώσεις του έργου για όλο το μήκος της γραμμής και ακολούθως εξετάσθηκαν τα παραπάνω καθορισθέντα τμήματα, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων που παρουσίαζαν λόγω των τεχνικών ζητημάτων που παρουσιάζει το καθένα. Εξάλλου, απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί περί μη σοβαρής εξέτασης της εναλλακτικής λύσης της υπογειοποίησης σε όλα τα τμήματα που αναλύονται στη μελέτη, καθώς από τη Μ.Π.Ε. προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους επιλέχθηκαν τα προς υπογειοποίηση τμήματα. Συγκεκριμένα, για τον Σ.Σ. Αθηνών αναφέρονται οι λόγοι που επιβάλλουν τη διατήρηση του σταθμού στην υφιστάμενη θέση, η λύση δε της υπογειοποίησης του Σ.Σ. Αθηνών δεν προκύπτει ότι θα επιφέρει περιβαλλοντικά οφέλη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ανατρέπονται οι εκτιθέμενοι στη μελέτη λόγοι που επιβάλλουν τη μη υπογειοποίησή του. Περαιτέρω, τα τμήματα από τη γέφυρα της Π. Ράλλη μέχρι την οδό Ορφέως και από την Ιερά Οδό μέχρι τη Λεωφόρο Καβάλας δεν μπορούν, σύμφωνα με τη μελέτη, να υπογειοποιηθούν, ενόψει του ότι τα τμήματα αυτά ενώνουν τον υπογειοποιημένο σιδηροδρομικό διάδρομο με τους επίγειους Σ.Σ. Ρουφ και Αθηνών, αντίστοιχα, πρέπει δε για τη σύνδεση αυτή να λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη τεχνικά κλίση του σιδηροδρομικού διαδρόμου (βλ. κυρίως πίνακα στη σελ. 134 της Μ.Π.Ε.). Τέλος, από την ίδια μελέτη προκύπτει ότι πάνω από το έδαφος που θα προκύψει με τη μέθοδο c+c μπορεί να γίνει αποκατάσταση της καταστραφείσας φυσικής βλάστησης. Επομένως, η σχετική εκτίμηση και κρίση της διοίκησης, που είναι, καταρχήν, νομίμως αιτιολογημένη, είναι, κατά τα λοιπά, ανέλεγκτη ως ουσιαστική και άρα ο προβαλλόμενος σχετικά λόγος θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που πλήττει ευθέως την σχετική εκτίμηση της Διοικήσεως ως απαράδεκτος.
  10. Επειδή, περαιτέρω, η επίμαχη Μ.Π.Ε. περιέχει την αναγκαία καταγραφή και αξιολόγηση των επιπτώσεων για το οδικό δίκτυο της περιοχής, ειδικώς δε με την προσβαλλόμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, λαμβάνονται μέτρα για την αντιμετώπιση των αντιστοίχων προβλημάτων, τόσο κατά τη φάση της κατασκευής του έργου (όρος 13) όσο και κατά τη φάση της λειτουργίας αυτού (όρος 14), για την οποία προβλέπεται επαναξιολόγηση των προτάσεων της μελέτης από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ και τον φορέα επίβλεψης της κατασκευής του έργου, τα μέτρα δε αυτά είναι συγκεκριμένα και επαρκή κατά τη σχετική, καταρχήν αιτιολογημένη, κατά τα λοιπά δε ανέλεγκτη, ως τεχνική, κρίση της Διοίκησης. Εξάλλου, εκτιμάται ότι η ταπείνωση του άξονα περιέχει τη δυνατότητα αποκατάστασης της εκατέρωθεν του διαδρόμου οδικής επικοινωνίας και σε άλλες οδούς πλην των προαναφερομένων, μετά από σχετική κυκλοφοριακή μελέτη, βοηθώντας κατά αυτόν τον τρόπο στη βελτίωση της κυκλοφορίας και στην άρση της απομόνωσης που δημιουργεί σήμερα η όδευση του τραίνου, ενώ δημιουργούνται νέες ανισόπεδες διαβάσεις όπως αυτές στο ύψος των οδών Πέλοπος (που αποκαθιστά τη σύνδεση στο ύψος του Σ.Σ. Αθηνών), Δομοκού και Καλλάρη. Εξάλλου, για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δεν απαιτείτο ούτε η ύπαρξη ξεχωριστής συγκοινωνιακής μελέτης, ούτε η αποτύπωση του υπάρχοντος οδικού δικτύου και των οικοδομικών τετραγώνων της περιοχής (πρβλ. ΣτΕ 258/2004 Ολομ., 1759/2002 Ολομ., 4498/1998 Ολομ.). Ενόψει αυτών είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτούντων.
  11. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει κριθεί, αναγκαίο στοιχείο της επιστημονικής εγκυρότητας της Μ.Π.Ε. είναι η συμμετοχή στην κατάρτισή της των επιστημόνων εκείνων, οι οποίοι έχουν την απαιτούμενη για την εξέταση των επιπτώσεων του έργου ή της δραστηριότητας ειδικότητα (ΣτΕ 258/2004 Ολομ.). Αντιθέτως, η συμμετοχή επιστημόνων ορισμένης ειδικότητας δεν είναι αναγκαία, όταν δεν αναμένεται να υπάρξουν ουσιώδεις επιπτώσεις στον τομέα της ειδικότητάς τους από την κατασκευή ενός έργου. Στην προκειμένη υπόθεση από το περιεχόμενο της Μ.Π.Ε., στην εκπόνηση της οποίας συμμετείχαν δύο πολιτικοί μηχανικοί του ΕΜΠ με ειδικότητα μηχανικού περιβάλλοντος, δύο περιβαλλοντολόγοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ένας χημικός περιβάλλοντος και ένας μηχανικός έργων υποδομής, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το υφιστάμενο οδικό δίκτυο, οι συνέπειες από την κίνηση οχημάτων, καθώς και οι απαιτούμενες βελτιώσεις. Ενόψει των ανωτέρω, καθώς και του γεγονότος ότι από την εν μέρει υπογειοποίηση του σιδηροδρομικού διαδρόμου προβλέπεται βελτίωση των κυκλοφοριακών συνθηκών, οι διευθετήσεις κυκλοφοριακού χαρακτήρα που αφορούν στο ένδικο έργο δεν αναφέρονται στο κύριο αντικείμενο της Μ.Π.Ε., ήτοι στην εξέταση εναλλακτικών λύσεων, και, συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητη στο παρόν στάδιο σχεδιασμού του έργου η συμμετοχή συγκοινωνιολόγου ή πολεοδόμου, ενώ η τυχόν υφιστάμενη ανάγκη να συνταχθεί ειδική κυκλοφοριακή μελέτη με σκοπό την ορθή εφαρμογή των περιβαλλοντικών όρων και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύψουν κατά το στάδιο υλοποίησης των περιβαλλοντικών όρων, δεν καθιστούν τον σχεδιασμό του έργου ελλιπή. Εξάλλου, πριν από την εκπόνηση της Μ.Π.Ε. είχε εγκριθεί από το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. συγκεκριμένη κυκλοφοριακή μελέτη, η οποία λήφθηκε υπόψη κατά την εκπόνηση της Μ.Π.Ε., εκτιμήθηκαν δε οι προταθείσες κυκλοφοριακές συνθήκες με κριτήρια περιβαλλοντικά από τους ειδικούς επιστήμονες της ομάδας μελέτης του έργου (πολιτικοί μηχανικοί, περιβαλλοντολόγοι). Συνεπώς, όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
  12. Επειδή, περαιτέρω, η τροποποίηση σχεδίου πόλεως κατά την πολεοδομική νομοθεσία αποτελεί διαδικασία αυτοτελή σε σχέση προς τη διαδικασία εγκρίσεων των περιβαλλοντικών όρων, έστω και αν η εκτέλεση του επίμαχου έργου προϋποθέτει την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, ενώ δεν υφίσταται χρονική ιεράρχηση μεταξύ των διαδικασιών αυτών (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3454/2004). Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι έπρεπε να προηγηθεί της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή του Γ.Π.Σ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 
  13. Επειδή, υπό τα δεδομένα που έχουν εκτεθεί, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι δεν προηγήθηκε άδεια της δασικής υπηρεσίας, καθώς αφενός η άδεια αυτή δεν προβλέπεται να προηγείται της Ε.Π.Ο., αλλά της εκτέλεσης των έργων, εν προκειμένω δε εκδόθηκε η 1565/30.6.2008 απόφαση του Διευθυντή Δασών Αθηνών με την οποία εγκρίθηκε, παράλληλα με την υλοτομία, η μεταφύτευση των δένδρων που βρίσκονται στη ζώνη κατάληψης του έργου στην περιοχή του Σιδηροδρομικού Σταθμού Αθηνών. Εξάλλου, ενόψει του γεγονότος ότι από το σχέδιο πόλεως του Δήμου Αθηναίων προκύπτει ότι οι σιδηροδρομικές γραμμές της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως από Πέτρου Ράλλη μέχρι Τρεις Γέφυρες δεν είναι χαρακτηρισμένες ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι παραβιάζεται η επιβαλλόμενη προστασία για τις δενδροστοιχίες της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως. Εξάλλου, δεν προκύπτει από την οικεία Μ.Π.Ε. ότι οι χαρακτηρισμένοι ως χώροι πρασίνου (πάρκα) της οδού Δαμβέργη, του Σιδηροδρομικού Μουσείου και στη συμβολή της οδού Αυλώνος με την Εθνική Οδό θίγονται από το υπό μελέτη έργο με τον αποχαρακτηρισμό τους ως χώρων πρασίνου, η κοπή δε ορισμένων δένδρων από τις περιοχές αυτές θα λάβει χώρα μόνο ενόψει της κατασκευής του έργου, ενώ προβλέπεται ότι η βλάστηση θα αποκατασταθεί, κατά τα ανωτέρω, και στα σημεία αυτά. Τέλος, όπως προκύπτει, πριν από την έναρξη εκτέλεσης του έργου καταρτίσθηκε πράγματι η φυτοτεχνική μελέτη που επιβάλλεται από την προσβαλλόμενη Ε.Π.Ο. δεδομένου ότι εκ του νόμου δεν απαιτείται η σύνταξη άλλης μελέτης, πέραν της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η δε φυτοτεχνική μελέτη είναι αντικείμενο της μελέτης εφαρμογής και μπορεί να έπεται (πρβλ. ΣτΕ 258/2004 Ολομ., 1759/2002 Ολομ., ΣτΕ 4498/1998 Ολομ.), επομένως οι ισχυρισμοί των αιτούντων που αναφέρονται στην πλημμελή πρόβλεψη του τρόπου αναπλήρωσης των χώρων πρασίνου που καταστρέφονται είναι απορριπτέοι, προεχόντως, διότι με τη φυτοτεχνική μελέτη τίθενται νέα δεδομένα ως προς τους χώρους πρασίνου που καταστρέφονται και τον τρόπο αναπλήρωσής τους. 
  14. Επειδή, εξάλλου, στην οικεία Μ.Π.Ε. περιγράφονται τα στοιχεία του ιστορικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της περιοχής, ανάμεσα στα οποία και ο Ιππείος Κολωνός (σελ. 116), στη δε παρ. 5.1 αυτής αναφέρεται ότι ο χώρος εγκατάστασης του υπό μελέτη έργου βρίσκεται εκτός κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και κατά συνέπεια δεν αναμένονται επιπτώσεις στο ιστορικό - πολιτιστικό περιβάλλον, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εξέφρασαν καταρχήν θετική γνώμη κατά την έγκριση της Μ.Π.Ε., και προβλέπεται ενημέρωσή τους πριν από κάθε επέμβαση. Συνεπώς τα προβαλλόμενα ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη για την προστασία του ως άνω μνημείου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. 
  15. Επειδή, τέλος, οι ισχυρισμοί των αιτούντων περί ελλείψεως στάθμισης της διοίκησης ως προς τις κοινωνικές συνέπειες του έργου, ως προς τους κινδύνους στο οικιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον από την επίγεια διέλευση ταχύτατων συρμών σε απόσταση αναπνοής από τις οικοδομικές γραμμές με σύστημα ηλεκτροκίνησης (παραγωγή Η/Μ πεδίων) και ως προς την καταστροφή χώρων πρασίνου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η Μ.Π.Ε. (αρχική και νέα) ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και το περιεχόμενό της είναι επαρκές ως προς τα ανωτέρω ζητήματα.
  16. Επειδή, κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις. 
Δ ι ά  τ α ύ τ α Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Δέχεται τις παρεμβάσεις και Επιβάλλει σε βάρος των αιτούντων, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ και των παρεμβαινόντων που ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ για κάθε παρέμβαση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010 
Ο Πρόεδρος Π. Πικραμμένος
Η Γραμματέας  Ε. Κουμεντέρη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 2011.
Ο Πρόεδρος Π. Πικραμμένος
Η Γραμματέας Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου